Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Κάψα - Φώτης Κόντογλου

 

Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι βλογημένα. Τότε ποὺ ἔκανε τὸν κόσμο, εἶδε πὼς εἶναι πολὺ καλὰ ὅσα ἔκανε. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Καὶ τὸ κρύο κ’ ἡ ζέστη, κ’ ἡ καλοσύνη κ’ ἡ φουρτούνα, κι ὁ χειμῶνας καὶ τὸ καλοκαίρι, κ’ ἡ δροσιὰ κ’ ἡ πάχνη. Ἀληθινά, ὅλα εἶναι καλά. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐπὶ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι˙ πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ˙ τὰ ὄρη καὶ πάντες βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι».
Τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα φυσικὰ καὶ βλογημένα, θυμᾶμαι πὼς ὅλα μοῦ φαινόντανε καλά. Ὅλα τὰ δεχόμουνα μὲ χαρά, καὶ τὰ πιὸ σκληρὰ˙ φουρτοῦνες, παγωνιές, βροχές, κούραση, δίψα, πεῖνα καὶ κάθε κακοπάθηση. Καὶ μάλιστα εὕρισκα πολλὴ εὐχαρίστηση νὰ τὰ περνῶ μὲ ὑπομονή. Καὶ τώρα ποὺ τὰ θυμᾶμαι, μοῦ φαίνονται ἀκόμα πιὸ ἔμορφα.
Ἔτσι, καὶ τίς ὧρες ποὺ ἔκανε κάψα, κ’ ἡ γῆς καβουρντιζότανε καὶ μύριζε στουρναρόπετρα, ἔνιωθα πολλὰ πράγματα μέσα μου, μυστήρια ποιητικά, ποὺ μὲ κάνανε νὰ τὴν ἀγαπῶ. Τ’ ἀπομεσήμερο, τὴν ὥρα ποὺ βράζει ὁ κόσμος, βαστᾶ μιὰ βουβὴ ἡσυχία, σὰν νά ‘ναι νύχτα βαθιά.
Στὸ νησί μου ἡ ἐρημιὰ φαινότανε πιὸ μεγάλη αὐτὲς τίς ὧρες. Πολλὲς φορὲς τύχαινε νὰ πάρω τὴ βάρκα μου ἀπὸ νωρὶς καὶ νὰ πάγω νὰ ψαρέψω. Ἔπαιρνα μαζί μου ψωμὶ μαῦρο, ντομάτες, ἐλιὲς μέσα σὲ μιὰ ξυλόκουπα, ἕνα μαχαίρι, σπίρτα καὶ καπνό. Τραβοῦσα παραμέσα στὸ μπουγάζι, κατὰ τὸ μαΐστρο. Περνοῦσα δυὸ – τρεῖς μικροὺς κάβους καί, σὰν ἔφτανα σ’ ἕναν κόρφο, φουντάριζα ἀνοιχτὰ καὶ ψάρευα. Ἔπιανα καμιὰν ὀκὰ μικρόψαρα, τὰ πιὸ πολλὰ ἤτανε σαργοί, ποὺ εἶναι πολὺ νόστιμοι.
Βάρκα με πανί (Πάνορμος, Τήνου), π. 1925, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Κατὰ τὸ μεσημέρι πήγαινα γιαλό, ἄραζα τὴ βάρκα σὲ κάποιο μέρος ποὺ εἶχε ρηχὰ νερά, κοντὰ σ’ ἕνα μονόπετρο. Ἐκεῖ πέρα εἶχε καβούρια καὶ μύδια μέσα στὴ φυκιάδα. Ὡς νὰ πάγω ἀπὸ δῶ ἴσαμε ἐκεῖ, γέμιζε ἕνα καλάθι θαλασσινά, μύδια, κοροχύλες, καλογριές. Ἔπιανα καὶ λίγα μεγάλα καβούρια, ποὺ εἶχε μερμηγκιά, καὶ ποὺ δαγκάνανε τὰ δάχτυλά μου ἐκεῖ ποὺ ἔψαχνα γιὰ μύδια, καὶ τά ‘βαζα μέσα στὴ βάρκα. Ὕστερα πεταγόμουνα λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιά, ποὺ εἴχαμε ἕνα μποστάνι δίχως νὰ τὸ φυλάγει κανένας, κ’ ἔκοβα ἕνα δυὸ καρπούζια καὶ κανένα ξυλάγκουρο ποὺ μοσκοβολοῦσε, καὶ γύριζα στὴ βάρκα. Ἔπιανα τὰ κουπιά, καβατζάριζα τὸ μονόπετρο καὶ τραβοῦσα παραμέσα, μέσα σὲ μιὰν ἀγκάλη, ποὺ τελείωνε σὲ μιὰ μικρὴ ἔρημη ἁλυκή.
Ὁ κόσμος ἔβραζε ἀπὸ τὴ λάβρα. Ὁ ἥλιος ἤτανε σὰν φωτιὰ˙ τὰ μάτια μου θαμπώνανε, δὲν μποροῦσα νὰ κοιτάξω, κι ὧρες – ὧρες τὰ σφαλοῦσα. Ὁ ἱδρῶτας ἔσταζε ἀπάνω στὸ μπάγκο της βάρκας. Τὸ μοῦτρο μου ἄναβε, τὰ μηλίγγια μοῦ χτυπούσανε. Τὰ χέρια μου καὶ τὰ ποδάρια μου ἤτανε κεραμιδιά, ψημένα ἀπὸ τὴν ἄρμη κι ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἐρημιὰ στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα. Δὲ σάλευε τίποτα! Ἀκουγόντανε μοναχὰ οἱ σκαρμοὶ ποὺ τρίζανε, καὶ τὸ νερὸ ποὺ βουτούσανε τὰ κουπιά. Οἱ τρυπωτήρες καιγόντανε σὰν ἴσκα καὶ τοὺς ἔριχνα νερό. Ἡ κουπαστὴ λὲς κ’ ἤτανε πυρωμένο σίδερο, τὸ χέρι δὲν δεχότανε ν’ ἀκουμπήσει ἀπάνω της. Οἱ κάβοι καθόντανε σὰ στοιχειωμένοι.
Κατὰ τὴ νοτιᾶ φαινόντανε τὰ δυὸ βουνά, ποὺ τό ‘νὰ τὸ λένε τοῦ Λαγοῦ τ’ Αὐτιὰ καὶ τ’ ἄλλο Τοῦ Δαιμόνου ἡ Τράπεζα, ἔρημα καὶ βουβὰ σὰ νὰ ἤτανε στὸν ἄλλον κόσμο. Ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν ἀγκάλη ποὺ βρισκόμουνα, ἔβλεπα τὴ Νησοπούλα, ἕνα μικρὸ νησάκι μ’ ἕνα ρημοκκλήσι, καὶ μοῦ φαινότανε πὼς ἡ θάλασσα ἔβραζε γύρω της σὰν τὸ νερὸ ποὺ χοχλακὰ μέσα στὸ λεβέτι. Πέρα, κατὰ τὴν ἀντικρινὴ ἀκρογιαλιά, ἡ θάλασσα τόσο πολὺ ἄστραφτε, λὲς κ’ ἤτανε λιωμένο ἀσήμι, ποὺ ξέσκιζε τὸ μάτι σου νὰ τὴν κοιτάξεις. Ἡ πλάση ἤτανε βουβὴ κ’ ἔρημη. Μονάχα πολὺ μακριά, πίσω ἀπὸ ἕναν κάβο, ἂν ἔψαχνε καλὰ τὸ μάτι σου, ξεχώριζε μιὰ ψαρόβαρκα μὲ μιὰ τέντα, φουνταρισμένη σὰν νά ‘τανε στοιχειωμένη, γιατί ὁ ψαρᾶς θὰ κοιμότανε. Στὸ πέλαγο δὲ φαινότανε ψυχὴ ζωντανή. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ στεριὰ˙ δὲν ἔβλεπες τίποτα νὰ σαλέψει. Ἕνας πελεκάνος ποὺ καθότανε ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, εἶχε γίνει κι ὁ ἴδιος πέτρα. Τὸ μονάχο πρᾶγμα ποὺ σάλευε, ἤτανε ἡ βάρκα κ’ ἐγὼ ποὺ τραβοῦσα κουπὶ σὰν ἀφιονισμένος.
Εἶπα πὼς δὲν ἀκουγότανε τίποτα, μὰ δὲν εἶπα σωστά. Μὲσ’ ἀπὸ τὰ δέντρα ποὺ καιγόντανε, ἔβγαινε ἕνα βουητὸ ἀπὸ τὰ τζιτζίκια, τζὶ-τζὶ-τζί, ποὺ ἐρχότανε κύματα – κύματα ἀπάνω στὸ πέλαγο, μιὰ δυνάμωνε, μιὰ λασκάριζε. Ἀλλά, ἕνα πρᾶγμα παράξενο! Αὐτὴ ἡ βουὴ ὄχι μοναχὰ δὲν λιγόστευε τὴ βουβὴ ἐρημιά, παρὰ σὰν νὰ τὴν ἔκανε ἀκόμα πιὸ μεγάλη. Ὅπως περνοῦσε ἡ ἀκρογιαλιὰ δίπλα μου, κοίταζα νὰ δῶ μήπως σαλεύει τίποτα˙ μὰ ὅλα ἤτανε πεθαμένα κι ἀγριευόμουνα. Πέτρες, ἀγκάθια, ἀμμουδιές, σφερδούκλια, σκίνα, ὅλα ἤτανε στοιχειωμένα. Ὧρες – ὧρες ἔνιωθα σὰν φόβο, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σ’ ἕνα ἔρημο μέρος περασμένα τὰ μεσάνυχτα.
Μ’ ὄλα ταύτα, ὁ ἥλιος μὲ στράβωνε, τὸ φῶς του περίλουζε ὅλη τὴν πλάση μὲ μιὰ πορτοκαλιὰ φωτιά. Μὰ τὰ μυστήρια δὲν εἶναι κρυμμένα μοναχὰ μέσα στὸ σκοτάδι, ἀφοῦ ἐκείνη τὴ μεσημεριανὴ τὴν ὥρα ἕνα βαθὺ μυστήριο περισκέπαζε τὴν οἰκουμένη. Μ’ ὅλο ποὺ δὲ σάλευε τίποτα, σὲ κάθε πέτρα, σὲ κάθε τούφα ἀγριάγκαθο, σὲ κάθε βράχο, σὲ κάθε σφέρδουκλα, στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα, καὶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας, ἔνιωθα πὼς παραφυλάγανε βουβὰ τελώνια, σὰν καὶ κεῖνα ποὺ εὕρισκε ἀπάνω στὰ φλογισμένα ρημονήσια τῆς Ἰντίας ὁ Σεβὰχ Θαλασσινὸς κι ὁ Ἀμπουλβάρης.
Σὰν ἔφτανε βαθιὰ μέσα στὴν ἀγκάλη ποὺ εἶπα, κοντὰ στὴν ἔρημη τὴν ἁλυκή, ἄραζα τὴ βάρκα. Γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια ἔριχνα καὶ τὸ σίδερο, μὴν τυχὸν πάρει ἀγέρας τὴν ὥρα ποὺ θὰ κοιμᾶμαι καὶ ξουριάσει τὴ βάρκα.
Ἔβγαινα στὴ στεριὰ καὶ κοίταζα γύρω μου. Ἄλλο ζωντανὸ πλάσμα ἐξὸν ἀπὸ μένα κι ἀπὸ τὰ καβούρια ποὺ χαρχαλεύανε μέσα στὸν ντενεκέ, δὲν ἤτανε. Μοῦ φαινότανε πὼς ἤμουνα ὁ Ροβινσόνας ὁ ἴδιος, ποὺ εἶχε νὰ δεῖ ἄνθρωπο δέκα χρόνια στὸ ρημονήσι του. Πήγαινα σ’ αὐτὸ τὸ μέρος, γιατί εἶχε κάτι δέντρα κοντὰ στὴν ἀκρογιαλιά, καὶ λίγο παραπάνω ἤτανε ἕνα πηγάδι μὲ κρύο νερό, ποὺ ποτίζανε τὰ πρόβατα οἱ τσομπάνηδες. Πρῶτα – πρῶτα μάζευα κλαδιὰ κι ἀγκάθια κι ἄναβα φωτιὰ κ’ ἔψηνα ὅσα ψάρια θά ‘τρωγα. Ὕστερα πήγαινα στὸ πηγάδι καὶ γέμιζα ἕνα κανάτι ποὺ εἶχα, γέμιζα καὶ τὸν κουβᾶ καὶ τά ‘βαζα στὸν ἴσκιο, μέσα στὸν σκίνο. Γιὰ μεζὲ ἄνοιγα κανένα μύδι ὠμό, γιὰ κανένα κυδώνι. Γιὰ τραπέζι ἔβγαζα ὄξω τὸ καφάσι τῆς βάρκας.
Ἐκεῖ ποὺ ἔτρωγα κοίταζα γύρω μου. Στὸ μέρος ποὺ καθόμουνα ἤτανε ἴσκιος, γιατί εἶχε πυκνὰ δέντρα, ποὺ ἀρχίζανε ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ σκεπάζανε τὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε ἀπὸ πάνω μου, σωστὴ ζούγκλα. Κάπου – κάπου ἄκουγα κ’ ἕνα κρὰκ δυνατό, ἀπὸ κανένα κλωνὶ ποὺ ἔσκαζε ἀπὸ τὴν κάψα.
Σὲ καμιὰ πενηνταριὰ πατήματα ἀπὸ μένα ἔπιανε ἡ ἁλυκή, ἴσια καὶ κάτασπρη. Τὰ μάτια μου δὲν μπορούσανε νὰ βαστάξουνε σὲ κεῖνο τ’ ἄσπρο τ’ ἁλάτι, ποὺ ἔβγαζε κάτι φλόγες στριφτές, ὁποὺ κάνανε νὰ τρέμουνε οἱ πέτρες καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ σφερδούκλια, ποὺ βρισκόντανε παραμέσα, σὰν νὰ τά ‘βλεπα πίσω ἀπὸ ἕνα θολὸ τζάμι, ὁποὺ σάλευε ὁλοένα καὶ μὲ ζάλιζε. Σὲ μιὰν ἄκρη τῆς ἁλυκῆς, ἀνάμεσα στὰ βοῦρλα, στεκότανε ἕνα χάλασμα, τοῖχοι γκρεμνισμένοι, κίτρινοι καὶ κατάξεροι.
Ἀφοῦ τελείωνα τὸ φαγί μου, ξάπλωνα κατ’ ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ κοιμόμουνα. Σὰν ξυπνοῦσα κι ἄνοιγα τὰ μάτια μου, ὁ κόσμος εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα. Ἐκείνη ἡ φωτιὰ εἶχε σβήσει, μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἥλιος βρισκότανε ἀκόμα ψηλὰ μέσα στὸν οὐρανό. Μοναχὰ εἶχε γείρει κατὰ τὴν ὄξω θάλασσα, ἀπάνω ἀπὸ τ’ ἀντικρινὸ βουνό. Ὁ μπάτης εἶχε καλάρει φρέσκος κ’ ἡ βάρκα χόρευε καὶ κούναγε τὴν ἀντένα της. Ἡ θάλασσα ἄφριζε δροσερὴ˙ τὰ μικρὰ κύματα σιγοβουΐζανε χαρούμενα καὶ σβήνανε ἀπάνω στὰ βραχάκια καὶ στὰ ρηχά της ἁλυκῆς. Ἡ πλάση σὰ νὰ πανηγύριζε, ξυπνημένη ὕστερ’ ἀπὸ τὸν βαρὺν ὕπνο της.
Ἔμπαινα στὴ βάρκα, σαλπάριζα τὸ σίδερο, ἄνοιγα τὸ πανὶ καὶ καθόμουνα στὸ τιμόνι. Τὰ νερὰ κάνανε κλὰκ – κλὰκ στὴ μάσκα τῆς βάρκας, τὸ πανὶ φούσκωνε σὰν τ’ ἀθῶο μάγουλο τοῦ παιδιοῦ. Ἡ στεριὰ ἔφευγε κατὰ πίσω, κ’ ἐγὼ κοίταζα τό ‘νὰ καὶ τ’ ἄλλο, σὰ νά ‘μουνα βασιλιᾶς. Ποιός ἄνθρωπος μποροῦσε νά ‘ναι πιὸ εὐτυχισμένος ἀπὸ μένα;
Ὄξω, στὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα, ἕνα σωρὸ καράβια, λογῆς – λογῆς, βολτατζάρανε. Τὰ πανιὰ ἀσπρίζανε σὰν γλάροι μέσα στὴ μαβιὰ τὴ θάλασσα. Τὸ πέλαγο βούιζε γλυκὰ πέρα ὡς πέρα. Στὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, πίσω ἀπὸ τοὺς κάβους καὶ μέσα στὶς ἀγκάλες, ξετρυπώνανε ψαρόβαρκες, ἴδιες μὲ τίς πιρόγες ποὺ ἔχουνε οἱ ἄγριοι τοῦ ὠκεανοῦ. Οἱ ἄνθρωποι σαλεύανε μέσα, καὶ δίνανε ζωή. Καὶ στὴ στεριὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ φαινόντανε ἀνθρῶποι: ἄλλοι περπατούσανε στὴν ἀκρογιαλιά, ἄλλοι λιχνίζανε στ’ ἁλώνια, ἄλλοι σαλαγούσανε τὰ πρόβατα καὶ κουδουνίζανε τὰ κουδούνια. Ὥρα σπερνοῦ, ἀκουγόντανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸ Μοσκονήσι καὶ πέρα, ἀπὸ τ’ Ἀϊβαλί, ποὺ εἶχε δώδεκα ἐκκλησιές.
Τὴν ὥρα ποὺ βασίλευε ὁ ἥλιος, χρύσωνε τὴν πλάση σὰν νά ‘τανε εἰκόνισμα μαλαμοκαπνισμένο. Τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν κοκκινίζανε, κ’ ἡ θάλασσα σκούραινε σὰν μαβιὰ γαλαζόπετρα. Σιγᾶ – σιγά τό φῶς λιγόστευε, κι ὅλα ἀρχίζανε καὶ σκεπαζόντανε μ’ ἕνα γλυκὸ μυστήριο.
Ὅπως καθόμουνα στὸ τιμόνι, νανουριζόμουνα σὰν τὸ μωρὸ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας του. Ἄξαφνα ἔβγαινε τὸ φεγγάρι πίσω ἀπὸ τὸ Χοντρόβουνο, σὰν μεγάλο ὑδραργυρένιο πρόσωπο, κ’ ἔριχνε τὸ κρύο φῶς του στὴ θάλασσα. Θαρροῦσες πὼς βρίσκεσαι σ’ ἕναν ἄλλον κόσμο, ἀπὸ κεῖνον ποὺ τὸν ἔκαιγε ὁ ἥλιος ὅλη τὴ μέρα. Ἡ ἁρμύρα τῆς θάλασσας μύριζε πιὸ πολύ. Στὸ πρόσωπο καταλάβαινα τὴν ἄναψη ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ μεσημεριοῦ.
Οἱ γρύλοι τραγουδούσανε ἀπὸ τὰ σκίνα της ἀκρογιαλιᾶς κρὶ – κρὶ – κρί… Τὸ τραγούδι τους ἀνακατευότανε μαζὶ μὲ τὸ μαλακὸ καὶ δροσερὸ βούισμα ποὺ βγάζανε τὰ κύματα καὶ μὲ τὸ κλὰκ – κλὰκ ποὺ κάνανε στὴν πλώρη τῆς βάρκας. Τὸ φεγγάρι ψήλωνε σιγᾶ – σιγᾶ καὶ σάλευε ἀνάμεσα στὰ ξάρτια, μὲ τὸ σκαμπανέβασμα ποὺ ἔκανε ἡ βάρκα. Ἀπὸ μακριὰ ἀκουγόντανε τραγούδια ἀπὸ τὴ θάλασσα, δίχως νὰ βλέπω τὴ βάρκα ποὺ καθόντανε οἱ τραγουδιστάδες, κι ἄλλα τραγούδια ἐρχόντανε στ’ αὐτί μου ἀπὸ τὴ στεριά. Σὲ λίγο περνούσανε ἀπὸ κοντά μου βάρκες καὶ περάματα κι ἀκουγότανε γιὰ μιὰ στιγμὴ φωνὲς καὶ γέλια, ὡς ποὺ ξεμακραίνανε.
Σὰν κόντευα στὴν ἀραξιά μου, κατέβαζα τὸ πανί, φουντάριζα τὸ σίδερο, ἔδενα τὴ βάρκα καὶ πήγαινα καὶ κοιμόμουνα. Ἔτσι θὰ κοιμοῦνται καὶ στὸν Παράδεισο.
Ὑποσημείωση:
Τρυπωτήρα εἶναι τὸ σκοινὶ ποὺ εἶναι δεμένο τὸ κουπὶ στὸν σκαρμό.

Η χαρά του Αγίου Πνεύματος - Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Εμπιστευθείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση.
Μετά από τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.
Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγίου Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ο Παράδεισος που υπάρχει μέσα σας μετατραπεί σε κόλαση.

Περί νοεράς ησυχίας - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 

Ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ διατηρῆται σὲ νοερὴ μοναξιὰ καὶ ἡσυχία, γιὰ νὰ φέρῃ ὁ Θεὸς τὴν δική του εἰρήνη μέσα της.
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τῶν θεῶν καὶ Κύριος τῶν κυρίων ἔκανε τὴν ψυχή σου γιὰ κατοικία καὶ δικό του ναό, πρέπει νὰ τὴν τιμᾷς τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν τὴν ἀφήσῃς νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ κλίνῃ σὲ ἄλλο πρᾶγμα· οἱ ἐπιθυμίες σου καὶ οἱ ἐλπίδες σου ἂς εἶναι πάντοτε στὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἂν δὲν βρῇ τὴν ψυχὴ μόνη της, δὲν θὰ ἔλθη νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ. Αὐτὸς τὴν θέλει χωρὶς λογισμούς, ὅσο μπορεῖ: μόνην ἐντελῶς ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ πολὺ περισότερο μόνη της ἀπὸ τὴν θέλησί της.
Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει ἐσὺ μόνος σου καὶ χωρὶς διάκρισι νὰ σκληραγωγῆσαι, οὔτε νὰ ψάχνῃς ἀφορμὲς γὰ νὰ πάσχῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ μόνη τὴν γνώμη τῆς δικῆς σου θελήσεως, ἀλλὰ μὲ τὴν συμβουλὴ τοῦ Πνευματικοῦ σου πατρὸς ποὺ σὲ κυβερνᾷ ὡς τοποτηρητὴς τοῦ Θεοῦ, ὥστε διὰ μέσου αὐτοῦ ὁ Θεὸς διατάσσῃ καὶ ἐνεργῇ στὴ θέλησί σου ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς θέλει. Μὴν κάνῃς ποτὲ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις. Ἀλλὰ ἂς κάνῃ ὁ Θεὸς ἐκεῖνο ποὺ θέλει σὲ σένα. Ἡ θέλησίς σου ἂς εἶναι πάντοτε ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδή, ἐσὺ νὰ μὴν θέλῃς ποτὲ κανένα πρᾶγμα, καὶ ὅταν θελήσῃς τίποτε, ἂς εἶναι τέτοιου εἴδους, ὥστε κι ἂν δὲν γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις, ἰδιαίτερα τὸ ἀντίθετο, νὰ μὴ λυπᾶσαι, ἀλλὰ ἂς μένη τὸ πνεῦμα σου τόσο ἥσυχο, σὰν νὰ μὴν θέλησες τίποτε.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία τῆς καρδιᾶς καὶ μοναξιά, τὸ νὰ μὴ δεσμεύεται δηλαδὴ μὲ τὸν νοῦ ἢ μὲ τὴν θέλησί της σὲ κανένα πράγμα. Λοιπὸν ἂν δώσῃς στὸν Θεὸ τὴν ψυχή σου τόσο λυμένη, ἐλεύθερη καὶ μοναχή, θὰ ἰδῆς θαύματα ποὺ αὐτὸς θὰ ἐνεργήσῃ σ᾿ αὐτήν, ἐξαιρετικὰ ὅμως καὶ ἰδιαίτερα τὴν θεϊκὴ εἰρήνη, ποὺ εἶναι τὸ δῶρο ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ αἰτία νὰ χωρέσῃ ὅλα τὰ ἄλλα του χαρίσματα, ὅπως εἶπε ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος :
Ὦ θαυμαστὴ μοναξιὰ καὶ ἀπόκρυφο ταμεῖο τοῦ Ὑψίστου! Μέσα στὸ ὁποῖο μόνον αὐτὸς θέλει νὰ ἀκούγεται καὶ ὄχι ἀλλοῦ καὶ ἐκεῖ νὰ ὁμιλῇ στὴν καρδιὰ τῆς ψυχῆς σου. Ὦ ἐρημιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ ἔγινε παράδεισος! Ἐπειδὴ μόνον σ᾿ αὐτὴν δίνει ἄδεια ὁ Θεὸς νὰ τὸν βλέπουν ἢ νὰ τοῦ ὁμιλοῦν.
«Παρελθὼν ὄψομαι τί τὸ ὅραμα τὸ μέγα τοῦτο», ἔλεγε ὁ Μωυσῆς, ὅταν βρισκόταν στὴν αἰσθητὴ καὶ νοητὴ ἔρημο τοῦ Σινᾶ (Ἔξοδ. 3,3). Ἀλλὰ ἐὰν καὶ σὺ θέλῃς νὰ φθάσῃς σ᾿ αὐτό, μπὲς στὴν γῆ αὐτὴ ἀνυπόδητος, γιατὶ εἶναι ἁγία. Ἀπογύμνωσε πρῶτα τὰ πόδια σου, δηλαδὴ τὶς διαθέσεις τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἂς μείνουν γυμνὲς καὶ ἐλεύθερες ἀπὸ κάθε γήϊνο πρᾶγμα.
Μὴ βαστάσῃς, οὔτε σακκούλι, οὔτε ράβδο σ᾿ αὐτὴ τὴν ὁδό, ὅπως παρήγγειλε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του (Λουκ. 10,4), διότι ἐσὺ δὲν πρέπει νὰ θέλῃς κανένα πρᾶγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, σὰν αὐτὰ ποὺ ζητοῦν οἱ ἄλλοι. Οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κανένα πρόσωπο στὴν ὁδὸ αὐτή, ὅπως παρήγγειλε ὁ Ἐλισσαῖος στὸ παιδάριό του (Βασιλ. 4,29) καὶ ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του (Λουκ. 10,4), ἔχοντας ὅλο σου τὸν λογισμὸ καὶ τὴν διάθεσι καὶ τὴν ἀγάπη μόνο στὸν Θεὸ καὶ ὄχι στὰ κτίσματα: «ἄφησε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς δικούς τους νεκρούς» (Ματθ. 8,22). Ἐσὺ προχώρα μόνος σου στὴν χώρα τῶν ζωντανῶν, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ μερίδιο ὁ θάνατος μὲ σένα (μέρος μετὰ σοῦ ὁ θάνατος).

Ένας αδελφός εἶπε στὸν ἀββᾶ Ἀντώνιο:
"Προσευχήσου γιὰ ᾽μένα".
Ὁ γέροντας τοῦ ἀποκρίθηκε:
"Οὔτε ἐγὼ μπορῶ νὰ σὲ συγχωρήσω οὔτε ὁ Θεὸς ἂν ἐσὺ ὁ ἴδιος δὲν μελετήσεις τὰ σφάλματά σου καὶ δὲν προσευχηθεῖς".

 

Το μυστήριο του ανθρώπινου όντος - Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο σ’ ὅλους τους κόσμους. Ἡ περὶ ἀνθρώπου Φιλοσοφία εἶναι δυσβάστακτη, ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ νοῦ των ἀγγέλων, προκαλεῖ λύπη καὶ στὶς καρδιὲς τῶν χερουβείμ. Εἶναι πικρὴ ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός δὲν πικράθηκε, δὲν δηλητηριάσθηκε μόλις τὴ δοκίμασε καὶ ἀπέκτησε μὲ τίς αἰσθήσεις του τὴν πικρή της γνώση; Ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέχρις ἐσχάτων: Ἐὰν ὁ θαυμαστὸς Θεὸς καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ μὲ τὸ φῶς της Ἀναστάσεώς Του δὲν εἶχε φωτίσει καὶ νοηματίσει τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἀνθρώπου, ποιός δὲν θὰ θεωροῦσε τὸ Δημιουργὸ ἑνὸς τέτοιου ὄντος, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, ἀκατανόητο καὶ ὄχι Θεάνθρωπο; Μόνο Αὐτὸς ὁ Γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ θεία ἀγάπη καὶ στοργὴ γλυκαίνει τὸ πικρὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος, γεμίζοντάς το μὲ τὸν ἑαυτὸ Του καὶ τὴ δικὴ Του ζωὴ καὶ ἀπεραντοσύνη. Ποῦ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος; Στὸν Ἀναστάντα καὶ Ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ «τὸν καθήμενον ἐν δεξιὰ τοῦ Θεοῦ» (Κόλ. 3,1). Μὲ τὸν Ἀναστάντα Θεάνθρωπο ἡ αἰωνιότητα γίνεται ἡ καινὴ κατηγορία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ποιά σκέψη ἀνθρώπινη εἶναι τώρα ἀθάνατη, ποιά ἐπιθυμία, ποιά αἴσθηση; Μόνο ἡ ἐν Χριστῷ σκέψη, ἡ ἐν Χριστῷ ἐπιθυμία καὶ αἴσθηση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι χριστιανός, μόνο ἐὰν διὰ τοῦ Χριστοῦ σκέπτεται, φρονεῖ, αἰσθάνεται καὶ θέλει. (Πρβλ. Φιλ. 2, 5).
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό μόνο ὄν σ’ ὅλους τους κόσμους ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸν παράδεισο ὡς τὴν κόλαση. Τὸ διαπασῶν τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως, τῶν ἀνθρώπινων λογισμῶν, τῆς ἀνθρώπινης αἰσθήσεως καὶ διαθέσεως δονεῖται σὲ πολὺ μεγαλύτερο εὗρος ἀπὸ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν διαβόλων. Μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, διότι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κατέλθει ὡς τὸ διάβολο, μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ διάβολο, διότι μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ ὡς τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι αἰώνιο ὄν, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι. Πότε ἀρχίζει ἡ ἀθανασία τοῦ ἀνθρώπου; Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεώς του στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Καὶ πότε ἀρχίζει ὁ παράδεισος ἢ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου; Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη προσχώρηση στὸ Θεῖο Ἀγαθὸ ἢ τὸ διαβολικὸ κακό, δηλαδὴ στὸ Θεὸ ἢ στὸ διάβολο. Τί εἶναι λοιπὸν ὁ παράδεισος; Παράδεισος εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐὰν αἰσθάνεσαι τὸ Θεὸ μέσα σου, τότε ἤδη εἶσαι στὸν παράδεισο. Ὅπου ὁ Θεὸς ἐκεῖ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὁ παράδεισος. Ὅπου βασιλεύει ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι ὅλος ὁ παράδεισος καὶ ὅλες οἱ χαρὲς τοῦ παραδείσου. Ὁ ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, λέει: «Ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν σ’ ὅλες τίς σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου, τίς ἐπιθυμίες, τίς προθέσεις, τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα, σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἦλθε σ’ αὐτόν. Τότε ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸ Θεὸ παντοῦ: μέσα στὴν ἁγία σκέψη, στὴν ἁγία δράση, στὴν ἁγία ὕλη».
Παντοῦ τὸ ἀόρατο εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ὁρατοῦ, εἶναι ὁ πυρῆνας του. Ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς καὶ καθαροὶ καὶ θὰ δοῦμε ὅτι καὶ οἱ τρεῖς κόσμοι: τὸ σύμπαν, ἡ γῆ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελοῦν μόνοι τους ἀόρατες δυνάμεις ἢ ἐνέργειες ντυμένες μὲ τὴν ὕλη. Κάθε κτίσμα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ἀποτελεῖ ἕνα κτιστὸ πλαίσιο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς πλαισίωσε καὶ μία σκέψη Του, καὶ ὅλα τὰ κτίσματα μαζὶ ἀποτελοῦν τὸ πολύτιμο καὶ πολυτελὲς κτιστὸ μωσαϊκὸ τῶν ἄκτιστων σκέψεων («λόγων») τοῦ Θεοῦ. Πηγαίνοντας ἀπὸ τὸ ἕνα κτίσμα στὸ ἄλλο, πηγαίνουμε ἀπὸ τὸ ἕνα «φρέσκο» (τοιχογραφία) τοῦ Θεοῦ στὸ ἄλλο. Καὶ πηγαίνοντας ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο στὸν ἄλλο, πηγαίνουμε ἀπὸ τὴ μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὴν ἄλλη. Διότι, ὁ Θεὸς «ἐποίησε» τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» δικὴ Του. Κάθε δική μας γνώση λοιπὸν γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο μᾶς λέει σαφέστατα: αὐτὸς ὁ ὁρατὸς κόσμος, ὑπάρχει καὶ στηρίζεται πάνω στὸ ἀόρατο, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ὅριο καὶ τέλος.
Κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης πίστεως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερο καὶ ὑπέρτατο: νὰ βρεῖς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Μόλις τὸ ἀνακαλύψεις (στὸν ἄνθρωπο) ἀνακάλυψες τὴν αἰώνια ἀξία του, τὴ μοναδικότητά του, τὸ ἀναντικατάστατο, τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητά του. Συχνὰ ὅμως ἡ θεία μορφὴ στὸν ἄνθρωπο ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ τὸ βόρβορο τῶν ἡδονῶν, τὰ ἀγκάθια τῶν παθῶν, τὰ ζιζάνια τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπὸ τὸ φλοιὸ τῆς κακίας. Ἄλλα σὺ εἶσαι ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ θὰ ἀφαιρέσεις ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴ θεία μορφή, γιὰ νὰ λάμψει πάλι τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στὸ ἔνθεο κάλλος του. Ὅταν ἔτσι κάνεις, τότε θὰ ἀγαπήσεις τὸν ἄνθρωπο καὶ μέσα στὴν ἁμαρτία του. Ποτὲ δὲν θὰ ταυτίσεις τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸ κακὸ μὲ τὸν κακοῦργο. Πάντα θὰ διαχωρίζεις τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, θὰ καταδικάζεις τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ ἐλεεῖς καὶ θὰ εὐσπλαχνίζεσαι τὸν ἁμαρτωλό, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔκανε γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ μοιχαλίδα τοῦ Εὐαγγελίου (Ιωάν. 8, 3-11). Ὁ πανοικτίρμων Κύριος κατακρίνει τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ δὲν κατακρίνει τὴν ἁμαρτωλή. Εἶναι σὰν νὰ λέει: «Ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὴ θεοειδὴ καὶ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ ψυχή σου, δὲν εἶσαι σὺ τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἁμαρτία, ἔχεις μέσα σου θεοειδεὶς δυνάμεις ποὺ μποροῦν νὰ σὲ ἀπελευθερώσουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰω. 3, 11).

Γέρων Μελέτιος ο Καρεώτης

 

Ο Γέρων τού Διονυσιάτικου Κελλιού «Ευαγγελισμός τής Θεοτόκου», πλησίον τών Καρυών, γεννήθηκε στην Αταλάντη το 1907 και το 1925 ήρθε για μοναχός. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Ιωάννης. Από δώδεκα ετών εργαζόταν σε Φαρμακείο και παρασκεύαζαν φάρμακα με τον τρόπο τής εποχής εκείνης. (Φαρμακοτρίβης).
Ήταν πολυτάλαντος, ευφυέστατος και ολιγομίλητος. Ήταν δάσκαλος τής Αγιογραφίας και τής Βυζαντινής Μουσικής στην Αθωνιάδα. Έβγαλε πολλούς μαθητές. Υπήρξε άριστος θεωρητικός τής Βυζαντινής μουσικής (ίσως ο καλύτερος στην Ελλάδα) και συνέγραψε πολλά μουσικά κείμενα. Πολλοί μεγάλοι μουσικοί έρχονταν και τον συμβουλεύονταν. Οι μεγάλοι Καρυώτες ψάλτες τον παραδέχονταν λέγοντας: «Εμείς είμαστε ψάλτες, ο γερο Μελέτιος είναι δάσκαλος».
Το 1960 πήγε στην Αθήνα και βρήκε τον Κόντογλου, γιατί είχε ακούσει ότι «ξεσήκωσε την παλαιά τέχνη». Ο π. Μελέτιος επανέφερε στο Άγιον Όρος την βυζαντινή τεχνοτροπία στην Αγιογραφία. Ανέδειξε πολλούς μεγάλους Αγιογράφους. Για να προβάλλει την Βυζαντινή Αγιογραφία έκανε εκθέσεις στην Αγγλία και στην Γερμανία, αλλά από ταπείνωση δεν πρόβαλλε το όνομά του. Ήταν άριστος καλλιγράφος. Η Ιερά Κοινότης τού έδινε και καλλιγραφούσε επιστολές προς επισήμους. Και οι Βασιλείς τού ανέθεταν να καλλιγραφεί επιστολές.
Ήταν πρακτικός γιατρός. Έκανε βοηθός ενός μοναχού πού εκτελούσε χρέη γιατρού και μαζί εγχείρησαν ένα γεροντάκι στις Καρυές. Γνώριζε τις ιδιότητες πολλών βοτάνων και πολλούς τους θεράπευε με τις πρακτικές ιατρικές γνώσεις του - από τραύματα και διάφορες αρρώστειες.
Όταν αρρώσταινε, δεν έτρωγε τίποτε. Σύστηνε μάλιστα και στους άλλους. «Κάνε ένα τριήμερο και θα γίνεις καλά». Είχε τη νηστεία για φάρμακο. Ο ίδιος, όταν ήλθε 17 χρόνων στο Άγιον Όρος, ήταν φυματικός και με τη νηστεία και την προσευχή θεραπεύτηκε!
Γνώριζε την κατασκευή χρωμάτων φυσικών, πινέλων, μελανών, και είχε και σχετικές σημειώσεις. Ήταν χρυσοχέρης σε όλα του. Έκτιζε πεζούλια, έκανε κρεββατά, γνώριζε από καλλιέργειες, από θάλασσα, από μηχανικά. Έβγαζε φωτογραφίες και τις εμφάνιζε μόνος του, και έτσι εξυπηρετούσε αμισθί τους πατέρες και τους μαθητές που χρειάζονταν να βγάζουν φωτογραφίες για ταυτότητα.
Και ενώ είχε τόσα χαρίσματα και γνώσεις ο γερο Μελέτιος, ήταν πολύ ταπεινός. Δεν μιλούσε για τον εαυτό του και δεν κατέκρινε κανέναν. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής: «Γέροντα, ο τάδε είναι ζηλωτής;». Και απαντούσε: «Πού να ξέρω, μωρέ;». Και όμως ήξερε πολύ καλά, διότι ζούσε κοντά στις Καρυές. Όσο ζούσε, ουδέποτε δέχθηκε να τυπωθή κάποιο μουσικό βιβλίο ή εικόνα του. Ποτέ του δεν μάλωσε και δεν παρατήρησε κανένα μαθητή του, ακόμη και όταν έκανε πολύ θόρυβο την ώρα τού μαθήματος. Ως καθηγητής τής Αθωνιάδος Σχολής ουδέποτε συμμετείχε στον σύλλογο τών καθηγητών, για να μην εκφέρη γνώμη για κάποιον μαθητή λέγοντας: «Εγώ ει μαι καλόγερος, πώς να κατακρίνω τα παιδιά;». Βαθμούς στους μαθητές δεν έβαζε ο ίδιος, για να μη στενοχωρήση κάποιον, αλλά ο Σχολάρχης. Πολλές φορές μερικά ζωηρά παιδιά πήγαιναν στο Κελλί του για Αγιογραφία ή μουσικά και έκαναν το Κελλί του άνω κάτω. Δεν έλεγε τίποτε. Ανεχόταν τις παραξενιές τους και μακροθυμούσε.
Την πραότητα ο γερο Μελέτιος την απέκτησε με αγώνες· δεν ήταν φυσική αρετή του. Είπε σε κάποιον: «Στο σπίτι μας ήμασταν όλοι θυμώδεις και αρπαζόμασταν με το παραμικρό. Εδώ δυσκολεύτηκα να κόψω τον θυμό».
Ήταν ελεήμων και αγαπούσε τους ανθρώπους. Εξυπηρετούσε τον καθένα που ζητούσε την βοήθειά του. Αναλώθηκε να βοηθήση πολλούς να μάθουν Αγιογραφία και βυζαντινή μουσική. Εκτός από τους μαθητές τής Αθωνιάδος, όταν τον καλούσαν διάφορα Μοναστήρια έξω, δεν έλεγε ποτέ όχι. Μέχρι το Σινά έφθασε, για να βοηθήσει. Πάντα αφιλοκερδώς, αθόρυβα και ταπεινά.
Κάποτε φιλοξενούσαν στο Κελλί τους από ευσπλαχνία έναν ηλικιωμένο λαϊκό, τον μπαρμπα–Βασίλη, που η δουλειά του ήταν σαγματοποιός. Ένα χειμώνα πήρε φωτιά το δωμάτιό του από απροσεξία του και κάηκε ο ίδιος, το δωμάτιο και οι αποθήκες. Ο γερο Μελέτιος δεν είπε τίποτε. Κάποιος στην τράπεζα είπε: «Τον μαζέψαμε και μάς έκαψε. Θεός σχωρέσ τον». Ο Γέροντας λίγο κουνήθηκε από την θέση του, αλλά δεν είπε τίποτε, ούτε να συμφωνήσει, αλλά ούτε να τον διορθώσει ή να τον παρατηρήσει.
Πολλές φορές, ενώ είχε αρχίσει να αγιογραφή, ερχόταν κάποιος για μάθημα, πάντα δωρεάν, χωρίς αμοιβή· σηκωνόταν αγόγγυστα και ας χαλούσαν τα χρώματα, και πήγαινε πίσω η δουλειά του. Έδειξε τα πάντα, ό,τι ήξερε. Δεν κράτησε τίποτε μυστικό. Θεράπευσε ανιδιοτελώς τις ιερές τέχνες και ευεργέτησε πολλούς διδάσκοντάς τους.
Σε όσους έρχονταν να τού ζητήσουν βοήθεια οικονομική έδινε, χωρίς να ρωτήσει τίποτε. Όσοι ζητούσαν δουλειά, τους έλεγε να σκάψουν τον σκαμμένο κήπο ή να κάνουν κάτι άλλο, και τους πλήρωνε κανονικά μεροκάματο, χωρίς να εξετάσει τι δουλειά έκαναν.
Κάποτε ένα παιδί που ήταν στο Κελλί του, κρύωνε. Τού χάρισε ένα ωραίο χειμωνιάτικο επανωφόρι. Έβαλε το παιδί τα χέρια στις τσέπες και βρήκε δυο πεντοχίλιαρα. Τότε τού λέγει:
–Γέροντα έχει και χρήματα.
–Πάρτα, μωρέ, πάρτα, τού είπε.
Όταν πήγαινε στις Καρυές ή στην Σχολή φορούσε πάντοτε το εξώρασο από σεβασμό προς τον χώρο και στο λειτούργημά του.
Όταν καμμία φορά το Υπουργείο Παιδείας διώριζε κάποιον καθηγητή Μουσικής ή Αγιογραφίας στην Αθωνιάδα, ο γερο Μελέτιος διακριτικά αποχωρούσε, χωρίς καθόλου να παραπονεθή ή να πειραχθή ο εγωϊσμός του. Όταν μετά από λίγο έμεναν χωρίς καθηγητή, τον καλούσαν και πήγαινε πάλι. Ούτε οι τιμές τον άγγιζαν ούτε οι περιφρονήσεις τον στενοχωρούσαν.
Ήταν υπάκουος στους άλλους και δεν πρόβαλλε το δικό του θέλημα. Αυτό το διαπίστωναν και τα παιδιά τής Σχολής, αλλά κυρίως όταν επισκεπτόταν Μοναστήρια στον κόσμο, για να διδάξη μουσικά ή Αγιογραφία. Τού έλεγαν: «Από δώ, Γέροντα», «κάθισε Γέροντα», «σήκω Γέροντα», και αμίλητος έκανε ό,τι τού έλεγαν.
Παροιμιώδης ήταν η σιωπή του. Κάποτε που πήγε στο Νοσοκομείο, ο γιατρός απόρησε που επί μέρες δεν άκουσε την φωνή του. Ρώτησε τον συνοδό του:
–Δεν μιλά ο παππούς;
–Πώς; Να, τώρα πες του για μουσικά και Αγιογραφία να δης πως θα μιλήσει.
Στον αφωσιωμένο για δεκαετίες υποτακτικό του π. Κοσμά φερόταν με πολλή αγάπη, σεβασμό και λεπτότητα. Κάποιος τον ρώτησε αν έχη ευλογία να μείνη ένα διάστημα στο Κελλί του, για να μάθη Αγιογραφία. Ο γέρω Μελέτιος τού είπε: «Να ρωτήσω την συνοδεία μου και θα σού πω». Ρώτησε, έλαβε την συγκατάθεση και τον δέχθηκε. Ο νέος απόρησε που η συνοδεία του ήταν μόνο ο π. Κοσμάς. Νόμισε πώς θα έχει 3–4 τουλάχιστον καλογέρια. Έμενε μήνες κοντά τους, έγινε καλός Αγιογράφος και ευγνωμονεί τον Γέροντα. Αλλά στις αρχές δυσκολεύτηκε πάρα πολύ, διότι περνούσαν μέρες και βδομάδες χωρίς να μιλούν. Ο γερο Μελέτιος έλεγε μόνο, «πάμε για ελιές» ή «πάμε για φουντούκια», και στην δουλειά του δούλευε σιωπηλός και έλεγε την ευχή. Ουδέποτε τον άκουσε να σχολιάζη γεγονότα ή πρόσωπα άλλα.
Κατά την Γερμανική Κατοχή ο γερο Μελέτιος με ηρωίκό φρόνημα, εύσπλαχνη διάθεση προς τους καταδιωκομένους και με κίνδυνο τής ζωής του έκρυψε και φυγάδευσε πολλούς Έλληνες και Άγγλους. Δύο φορές τον συνέλαβαν οι Γερμανοί, αλλά τους ξέφυγε. Πολλοί από αυτούς πού βοήθησε τού έγραψαν αργότερα ευχαριστήριες επιστολές, ενώ ένας Άγγλος Αξιωματικός τον πήρε και τον φιλοξένησε στην Αγγλία, για να τον ευχαριστήσει που τού έσωσε την ζωή. Αλλά ο Γέροντας ποτέ του δεν έκανε λόγο γι αυτά, ούτε και στον υποτακτικό του. Τον ρωτούσαν τα παιδιά τής Σχολής:
–Γέροντα, πώς τους ξεφύγατε τους Γερμανούς;
–Είχα τον τρόπο μου, απαντούσε.
Ρωτούσαν τον π. Κοσμά να τους πη για την δράση του και απαντούσε:
–Α, δεν ξέρω∙ δεν μιλάει γι αυτά. Να, πες τον για μουσικά και αμέσως θα σηκωθή· και γυρίζοντας στον Γέροντα που ήταν κλι νήρης και βογγούσε, τού είπε δοκιμαστικά:
–Γέροντα, το καλογέρι θέλει να διαβάσετε μουσικά. Και ο Γέροντας πετάχτηκε απ το κρεββάτι και γυρίζοντας στον μαθητή ρωτούσε.
–Πού ει ναι το μουσικό; Φέρτο μωρέ.
Πολλοί τον θεωρούσαν ένα καλό παππούλη, που όμως δεν ήξερε από καλογερική. Κρίνοντας όμως εξωτερικά, ελάθεψαν στην κρίση τους, γιατί ο γερο Μελέτιος είχε κρυφή πνευματική ζωή, όπως φαίνεται από κάποια περιστατικά. Κάποτε, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση γυναικείου Μοναστηριού στον κόσμο, πήγε να τους βοηθήση στα μουσικά. Εκεί αρρώστησε με πυρετό υψηλό, αλλά παρά ταύτα δεν σταμάτησε καθημερινά να διδάσκη. Μάλιστα είχε τυπικό τελείας ασιτίας, όταν αρρώσταινε. Αυτό ήταν το φάρμακό του. Οι αδελφές πανικοβλήθηκαν, γιατί νόμισαν ότι θα τον χάσουν. Τον ανάγκασαν να πάρη κάτι, και τους έκανε υπακοή. Τη νύχτα μπήκε κάποιος αθόρυβα στο κελλί του να δη τι κάνει, μήπως θέλη κάτι, και άκουσε να επαναλαμβάνη καθαρά και ρυθμικά την ευχή, ενώ εκοιμάτο. Μαθητές του, μαρτυρούν ότι πολλές φορές που έμπαιναν στο κελλί του να ρωτήσουν κάτι, τον εύρισκαν να λέη την ευχή αργά και καθαρά. Για να θολώση τα νερά, κάτι μουρμούριζε ή έλεγε· «να, λέω κι εγώ, παραμιλάω». Άλλοι τον είδαν τη νύχτα που κοιμόταν να κινή ρυθμικά το δάχτυλό του σαν να τραβά κομποσχοίνι. Και αυτό όχι μία φορά. Τις νύχτες έβλεπαν φως από το κελλί του. Διάβαζε ή προσευχόταν.
Έζησε 93 χρόνια χωρίς να πέσει μία τρίχα από τα μαλλιά του και να χάσει ένα δόντι. Διάβαζε χωρίς γυαλιά μέχρι το τέλος του.Έζησε ταπεινά και αθόρυβα. Κατόρθωσε να εφαρμόσει τις δύο μεγάλες εντολές τού Ευαγγελίου: «Μη κρίνετε, και ου μη κριθήτε» και το «αγαπάτε αλλήλους». Και αν ως άνθρωπος είχε κάποιες ατέλειες, η αγάπη του θα τις καλύψει, και με παρρησία θα ζητήσει να μην κριθή από τον δίκαιο Κριτή, γιατί και ο ίδιος δεν έκρινε ούτε κατέκρινε κανέναν, πράγμα σπάνιο και δυσεύρετο για την γενεά μας.
📌 Ο Γέροντας Μελέτιος έλεγε: ο Θεός στον καθένα μετά το βάπτισμα δίνει έναν φύλακα Άγγελο. Στους πνευματικά προχωρημένους δίνει δύο φύλακες Αγγέλους και στους στους πνευματικους Γερονταδες εν διακονία στρατιές ολόκληρες. Κατ' εξαίρεση στον Μέγα Αντώνιο έδωσε και ένα Σεραφείμ.
📌 Κοντά στον θρόνο του Θεού, εκτός από την Παναγία, είναι ο Τίμιος Πρόδρομος, οι δώδεκα Απόστολοι, ο Μέγας Αντώνιος και η Οσία Μαρία η Αιγυπτια.