Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγοι Πατέρων και Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λόγοι Πατέρων και Αγίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Οι κακές έξεις και η θεραπεία τους - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 

Α’. Ἐξέτασε, ἀδελφέ, τὶς κακὲς ἕξεις καὶ συνήθειες, ποὺ ἀπόκτησες μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἔκανες ἂν εἶναι παλιές, χρειάζεται περισσότερος κόπος, γιὰ νὰ καταστραφοῦν, ἂν εἶναι καινούργιες λιγότερος· ὅπως ἕνα παλιὸ καὶ ἕνα μεγάλο δένδρο, περισσότερο κόπο χρειάζεται, γιὰ νὰ κοπεῖ καὶ νὰ ξεριζωθεῖ ἀπὸ ἕνα νέο καὶ μικρό.
Β’. Ἐξέτασε τὶς θεραπεῖες ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιήσεις γι’ αὐτὲς τὶς κακές σου ἕξεις καὶ συνήθειες ἀπὸ τὶς θεραπεῖες αὐτὲς ἡ πρώτη εἶναι τὸ νὰ θέλεις νὰ διορθωθεῖς ὄχι ἀμφιβάλλοντας, ἀλλὰ ἀποφασιστικά. Διότι οἱ σωματικὲς ἀσθένειες μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ χωρὶς τὴν θέλησή μας οἱ ἀσθένειες ὅμως τῆς ψυχῆς χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεραπευθοῦν. Διότι καὶ γι’ αὐτὲς χρειάζεται μία ἀποφασιστικὴ θέληση τοῦ ἀσθενῆ, γιὰ νὰ ἰατρευθεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάλληλα γιὰ τὴ θεραπεία. Τὰ μέσα, λοιπόν, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα μπορεῖς νὰ χρησιμοποιήσεις γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὶς κακές σου συνήθειες καὶ ἕξεις εἶναι ἐκεῖνα τὰ δύο τὰ ὁποῖα μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος ὅταν ἐλευθέρωσε ἐκεῖνον ποὺ ἦταν δαιμονισμένος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία λέγοντας «Τὸ γένος αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ μὲ κανένα ἄλλο μέσο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία» (Μάρκ. 9, 29).
Γ. Ἐξέτασε, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου, πῶς κάνεις τὴν προσευχὴ σου· διότι πρέπει νὰ προσεύχεσαι ὄχι μὲ καρδιά, ποὺ νὰ περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ μὲ διασκορπισμένο νοῦ, ἀλλὰ νὰ προστρέχεις στὸ Θεὸ καὶ νὰ προσεύχεσαι μὲ τόση μεγάλη ταπείνωση καὶ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ μὲ τόση μεγάλη προσοχὴ τοῦ νοῦ καὶ μὲ τόση μεγάλη καρτερία καὶ ὑπομονή, ὅπως θὰ προσευχόσουν ἂν βρισκόσουν σὲ μία μεγάλη θαλασσοταραχή, ὅπου δὲν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας παρὰ μόνο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Διότι σὲ τέτοια συντετριμμένη καὶ ταπεινὴ προσευχὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀρνεῖται κανένα πράγμα, ἀλλὰ δίνει, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία, διότι αὐτὸς μόνο εἶπε· «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρεῖτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθεῖ ἡ πόρτα. Διότι καθένας ποὺ ζητᾶ, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει» (Ματθ. 7, 7-8). Αὐτὸς εἶπε καὶ τὸ παράδειγμα τῆς χήρας καὶ τοῦ κριτῆ τῆς ἀδικίας γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε, νὰ μὴ παραπονούμαστε, ὅτι δὲν λαμβάνουμε ἀμέσως τὰ αἰτήματά μας· «Τοὺς εἶπε καὶ παραβολή, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει ὅτι πρέπει νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται». Ἔτσι, ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀθετήσει τὸν λόγο του ὁ Θεὸς καὶ νὰ διαψευσθεῖ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν εἰσακουσθεῖς κι ἐσὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἂν ἐξακολουθεῖς νὰ προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα καὶ νὰ τὸν παρακαλεῖς μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, πρέπει νὰ βάλεις στὸ Θεὸ μεσίτρια τῆς χάριτος καὶ τοῦ ζητήματος, ποὺ ἐπιθυμεῖς τὴν Ὑπεραγία Παρθένο, τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ μητέρα καὶ μάμμη ὅλων τῶν χριστιανῶν· γιατί, ἂν ὁ Υἱὸς της εἶναι πατέρας μας καὶ ἀδελφός μας καὶ Πνεῦμα, ἑπόμενο εἶναι νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μάμμη καὶ μητέρα μας γλυκύτατη, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε ὡς βοηθὸς καὶ συνήγορος γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, γιὰ νὰ μεσιτεύσει στὸν Υἱό της γιὰ μᾶς ὡς Μητέρα τοῦ ἐλέους. Καὶ ἂν ὁ Σειρὰχ εἶπε γιὰ τὴν Εὔα ὅτι «ἀπὸ τὴ γυναίκα ξεκίνησε ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξ αἰτίας της πεθαίνουμε ὅλοι» (Σοφ. Σειρ. 25, 24)· ἐμεῖς μὲ περισσότερο δίκαιο μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὴν Κυρία Θεοτόκο ὅτι ἀπὸ γυναίκα ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας καὶ ἐξ αἰτίας της ἀναζωοποιούμαστε ὅλοι. Ἔτσι μποροῦμε νὰ προστρέχουμε σ’ αὐτὴν μὲ κάθε θάρρος σὲ κάθε μας περίπτωση καὶ ἀνάγκη. Καὶ τελικά, γιὰ νὰ κάνεις τὴν προσευχή σου αὐτὴ πιὸ ἐνεργητική, γιὰ νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἑτοιμασθεῖς προσωπικὰ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, διότι αὐτὰ τὰ δύο μυστήρια εἶναι σὰν τὰ σωληνάρια, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ κάθε ἀγαθό.
Δ’. Κατόπιν, ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὴν νηστεία ποὺ κάνεις -καί, ὅταν λέω νηστεία, ἐννοῶ κάθε εἴδους ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ καὶ φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων καὶ στρωμάτων καὶ σωματικῶν ἀναπαύσεων, ἡ στέρηση τῶν ὁποίων γίνεται ἢ γιὰ κανόνα καὶ παίδευση τῶν προηγουμένων σου ἁμαρτιῶν ἢ γιὰ προφύλαξη καὶ πρόβλεψη τῶν μελλοντικῶν. Γιατί, ἂν δίνεις στὸ κορμὶ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις καὶ ὅλες τὶς ἀναπαύσεις καὶ ἂν ζητᾶς στὸ κρεββάτι κάθε εἴδους μαλακὰ στρώματα καὶ κάθε εἴδους φαγητοῦ στὸ τραπέζι· καὶ ἂν θέλεις νὰ βρίσκεσαι σὲ ὅλες τὶς διασκεδάσεις καὶ σὲ ὅλες τὶς συντροφιὲς τῶν φίλων σου καὶ νὰ χάνεις τὸν καιρό σου σ’ αὐτὲς μὲ κάθε εἴδους ἀργία· καί, γιὰ νὰ μιλήσω σύντομα, ἂν θέλεις νὰ δίνεις κάθε εἴδους θεραπεία στὰ πάθη σου καὶ νὰ μὴν ἀποφεύγεις κανένα κίνδυνο, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ ὅλη τὴν προθυμία δὲν ἀπέφευγαν ὅλοι οἱ ἅγιοι• ἂν λέω ζητᾶς αὐτά, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ξεριζώσεις τὰ πάθη καὶ τὶς κακὲς ἕξεις ποὺ ἀπόκτησες; «Δένδρο ποὺ ποτίζεται καθημερινὰ πότε θὰ ξεραθεῖ ἡ ρίζα του; Καὶ δοχεῖο ποὺ καθημερινὰ δέχεται προσθήκη ὑγροῦ, πότε θὰ λιγοστέψει;» σοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ. Ἔτσι ἂν καὶ σὺ δίνεις στὸ σῶμα τὶς ἀναπαύσεις του, μὲ ποιὰ βάση νομίζεις ὅτι μπορεῖς νὰ διορθωθεῖς; Βέβαια, δὲν μπορεῖς ἄλλο νὰ περιμένεις στὸ τέλος μίας τέτοιας ζωῆς ποὺ ἔζησες μὲ τόσες ἁμαρτίες παρὰ ἕναν ἀτέλειωτο θάνατο μέσα σὲ ὅλα τὰ κολαστήρια, διότι τέτοια πονηρὴ ζωὴ προξενεῖ καὶ πονηρὸ θάνατο· «Ὁ θάνατος ποὺ προξενεῖ, εἶναι θάνατος φοβερὸς» (Σοφ. Σειρ. 28, 21).
(“Πνευματικὰ Γυμνάσματα”, Ἔκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου)

Η αθανασία του ανθρώπου - Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Η αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από τη σύλληψή του, μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το Θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο. Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου, αρχίζουν εδώ από τη γη, για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη Ζωή.
Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού.
Άμα ο άνθρωπος αισθάνεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος.

Το πάθος της ακδίας - Άγιος Νείλος Σόρσκυ

Ἐὰν μᾶς αἰχμαλωτίσει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη ἡ ἀκηδία, τότε ἡ ψυχὴ μας εὑρίσκεται σὲ μεγάλο ἀγώνα. Εἶναι πολὺ φοβερὸ αὐτὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Συγγενεύει πολὺ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς λύπης καὶ νικᾶ ἰδιαίτερα αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται στὴ μοναξιά. Ὅταν ἐγερθοῦν πελώρια τὰ κύματα λογισμῶν καὶ παθῶν ἐναντίον τῆς ψυχῆς, ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι δὲν θὰ λυτρωθεῖ οὐδέποτε ἀπ’ αὐτά. Ὁ νοητὸς ἐχθρός τοῦ ἐπιφέρει παντὸς εἴδους λογισμοὺς καὶ σκέψεις ὅτι, ἐὰν σήμερα εἶναι τόσο ἄσχημα, αὔριο θὰ εἶναι χειρότερα καὶ μεθαύριο ἀκόμη χειρότερα. Ἔτσι τοῦ σφυρίζει στὸ νοῦ ὅτι ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι τοῦ συμβαίνουν αὐτὰ ἐπειδὴ δὲν τὸν φροντίζει ὁ Θεός, ὅτι αὐτὰ συμβαίνουν μόνον σ’ αὐτὸν καὶ σὲ κανέναν ἄλλον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι!
Διότι οχι μόνο σὲ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς συμβαίνουν αὐτά, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἁγίους Του, οἱ ὁποῖοι διὰ μέσου τῶν αἰώνων εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ καὶ γνώρισαν ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ Πατέρας καὶ ὅτι ἀπὸ ἀγάπη καὶ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν μᾶς παιδεύει μὲ τὴν πνευματική Του ράβδο. Μετὰ ὅμως ἀπ’ αὐτά, γρήγορα καὶ ἀναμφίβολα ἔρχεται ἡ ἀλλοίωση, ἡ ψυχικὴ ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐνῶ σὲ ἐκείνη τὴ δύσκολη στιγμὴ δίνουν στὸν ἄνθρωπο ὅλα τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὸ πανδαιμόνιο τῶν λογισμῶν καὶ παθῶν του, καὶ ὅλες οἱ ἀρετὲς τοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες καὶ μισητές, λόγω ἐπενέργειας τοῦ σατανᾶ, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἀκολουθεῖ ἡ θεία ἀλλοίωση.
Ὅλα του φαίνονται εὐχάριστα καὶ ὅτι οἱ λυπηρὲς καταστάσεις δὲν εἶναι τίποτε μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν εἰρήνη καὶ εὐλογία τῆς ἐπισκέψεως τῆς θείας Χάριτος. Ἐπὶ πλέον γίνεται περισσότερο πρόθυμος γιὰ τὶς ἀρετές, ἐξίσταται ἀπ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μεταβολὴ καὶ παίρνει ἀπόφαση, σὲ καμμία περίπτωση νὰ μὴν παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν ἀρετῶν. Ἀντιλαμβάνεται ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεος Του οικονομεῖ αὐτά τὰ πράγματα, πρὸς ὠφέλεια καὶ δοκιμασία του. Γι’ αὐτὸ αἰσθάνεται ὅτι περιβάλλεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι Αὐτὸς εἶναι πάντοτε κοντὰ στοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς καὶ ὄτι ουδεποτε ἐπιτρέπει νὰ πειρασθοῦμε περισσότερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, διότι χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Θεοῦ, ὁ νοητὸς ἐχθρὸς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει κανένα κακό. Διότι δὲν εἶναι στὸ θέλημα τῆς ψυχῆς μας νὰ πειρασθεῖ λίγο ἢ πολύ, ἀλλὰ στὸ θέλημα καὶ τὴν ἄδεια τοῦ Θεοῦ.
Μὲ αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες, ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανός γινεται σοφὸς ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, καὶ βλέποντας αὐτὲς τὶς ἐναλλαγὲς τῆς Χάριτος στὴν ψυχή του, ὑπομένει καρτερικά τὶς διάφορες δοκιμασίες. Μὲ αὐτὲς ὁ μοναχὸς ἐκφράζει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, ὅταν τὶς ὑπομένει, καὶ σιγὰ-σιγά προοδευει πνευματικά. Διότι τίποτε δὲν προκαλεῖ στὸν μοναχὸ τόσους στεφάνους, ὅσο ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς ἀκηδίας, ἐὰν ἀσκηθεῖ χωρὶς χρονοτριβῆ στὴν ἱερὴ ἐργασία, λέει ὀ άγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ἀδυσώπητου πολέμου, πρέπει νὰ ἐξοπλιστοῦμε ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς αχαριστίας και βλασφημίας, διότι μὲ αὐτὰ τὰ ὄπλα μᾶς πολεμᾶ ὁ ἐχθρὸς τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σατανᾶς κυριεύει τότε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἀμφιβολία καὶ τὸ φόβο καὶ τοῦ ρίχνει σὰν βέλη τοὺς λογισμούς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ἀποκτήσει τὴ συγχώρηση, νὰ λυτρωθεῖ καὶ σωθεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς αἰωνίου κολάσεως. Μάλιστα καὶ ἄλλους λογισμοὺς τοῦ ὑπαγορεύει, τοὺς ὁποίους δὲν μπορῶ νὰ γράψω. Μὰ καὶ ἐὰν θελήσει νὰ διαβάσει ἢ νὰ ἐργασθεῖ, δὲν τὸν ἀφήνει ὁ πειρασμός. Γι’ αὐτό, τὴν ὥρα ἐκείνη να διώχνουμε μὲ δύναμη ἀπὸ κοντά μας τὴν ἀπελπισία καὶ νὰ μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν προσευχή.
Νὰ πίπτουμε γιὰ προσευχὴ μὲ τὸ πρόσωπό μας στὴ γῆ, διότι πολὺ ὠφελεῖ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματός μας καὶ νὰ προσευχόμαστε, ὅπως λέγει ὀ Μέγας Βαρσανούφιος: «Κύριε, βοήθησέ μὲ τὸν ἁμαρτωλό· Θεέ μου, βλέπε τὴν λύπη μου καὶ ἐλέησόν με!» Ἢ ὅπως διδάσκει ὀ άγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Δέσποτα, μὴ μὲ ἀφήνεις νὰ πειρασθῶ περισσότερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου, οὔτε μὲ τὴν λύπη οὔτε μὲ τὸν ψυχικὸ πόνο, ἀλλὰ λύτρωσε μὲ καὶ δός μου δύναμη, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ τὰ ὑπομένω μὲ εὐχαριστία».Ἢ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια μας στὸν οὐρανό, νὰ προσευχηθοῦμε, ὅπως διδάσκει ὁ μακάριος Γρηγοριος ὁ Σιναΐτης γι’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὴν ἀκηδία καὶ πορνεία, τὰ ὁποία θεωρεῖ τὰ χειρότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα.
Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀγωνιζόμενοι, νὰ ἀναγκάζουμε τὸν ἑαυτό μας, ὅσο εἶναι δυνατόν, στήν ανάγνωση καὶ στὸ ἐργόχειρο, τὰ ὁποία βοηθοῦν πολὺ στὴν ὥρα αὐτοῦ του πολέμου. Μερικὲς φορὲς συμβαίνει ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανὸς νὰ μὴν ἀφήνει καθόλου νὰ πλησιάσει οὔτε ἕνα πάθος στὴ ψυχή του. Τότε εἶναι μεγάλη ἀνάγκη καὶ εὐκαιρία νὰ ἐπιδοθεῖ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς καρδιᾶς του στὴν προσευχή.
Ἐνῶ γιὰ τὴν καταπολέμηση τοῦ πνεύματος τῆς ἀχαριστίας καὶ βλασφημίας νὰ λέμε τὰ ἑξῆς: «Φύγε ἀπὸ κοντά μου, σατανᾶ! Τὸν Κύριο καὶ Θεό μου προσκυνῶ καὶ μόνο Αὐτὸν ὑπηρετῶ, καὶ ὅλους τους πόνους καὶ τὶς θλίψεις τὰ δέχομαι μὲ εὐχαριστία, διότι στέλνονται ἀπ’ Αὐτόν, γιὰ τὴ λύση τῶν ἁμαρτημάτων μου. Ἰδοὺ τί λέει ὀ Προφήτης Μιχαίας: «Ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω ὅτι ἥμαρτον αὐτῶ» (7, 9). Ἐνῶ ἡ ἀχαριστία καὶ βλασφημία θὰ ἐπιστρέψουν στὴν κεφαλή σου καὶ γρήγορα αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβεις. Ἀπομακρύνσου λοιπόν, ἀπὸ μένα. Νὰ σὲ καταστρέψει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ δημιούργησε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του».
Ἐὰν καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια σὲ ἐνοχλήσει πάλι, ἀσχολήσου μὲ κάποιο ἐξωτερικὸ – ὑλικὸ ἢ πνευματικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ ἐνισχύσει στην υπομονὴ καὶ την ελπίδα, διότι ἀπ’ αὐτὰ πρέπει νὰ πιαστεῖ ἡ ψυχή, ποὺ θέλει νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό, ὅπως γράφει ὀ άγιος Μακάριος. Χρειάζεται ὅμως προσοχὴ στὴν ἐπιλογὴ ἀπασχολήσεως τῶν ἐξωτερικῶν ἔργων, διότι μὲ αὐτὰ πολλὲς φορὲς μπλέκει καὶ τὶς παγίδες τοῦ ὁ διάβολος γιὰ νὰ μᾶς φέρει στὴν ἀκηδία καὶ νὰ ἀπομακρύνει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ὄμως ο Θεὸς οὐδέποτε ἐγκαταλείπει τὴν ψυχή, ἡ ὁποία ἐλπίζει σ’ Αὐτόν, νὰ πειρασθεῖ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών της, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος γνωρίζει ὅλες τὶς ἀδυναμίες μας.
Διότι, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο φορτίο μπορεῖ νὰ σηκώσει ὁ ἡμίονος, πόσο ὁ ὄνος, πόσο ἡ καμήλα καὶ βάζει στὸ καθένα, ὅσο μπορεῖ μόνο νὰ μεταφέρει, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἀγγειοπλάστης, γνωρίζει σὲ πόση φωτιὰ θὰ ψήσει τὰ πήλινα σκεύη του, διότι μὲ τὴν περισσότερη φωτιὰ θὰ σπάσουν, οὔτε πάλι θὰ τὰ βγάλει ἀπὸ τὸν φοῦρνο πρὶν τὴν κανονικὴ ὥρα τους, διότι θὰ εἶναι ἄχρηστα. Ἐάν, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τόση σύνεση, πόσο μᾶλλον περισσότερη καὶ ἀμέτρητη εἶναι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποίος γνωριζει ποιοὶ πειρασμοὶ καὶ πόσοι πολεμοῦν τὴν κάθε μία ψυχή προκειμενου νὰ τὴν καταστήσουν ἄξια γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Καὶ ὄχι μόνο θὰ ἀξιωθεῖ τῆς μελλούσης ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ λαμβάνει τὶς παρακλήσεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ὅλα αὐτά, ἀφοῦ τὰ γνωρίζουμε καλά, νὰ ὑπομένουμε με γενναιοψυχία και σιωπή στο κελλί μας. Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ ἄνθρωπος ὠφελεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴν συνομιλία μὲ ἄλλους, ὅπως λέγει ὀ Μέγας Βασίλειος. «Πολλὲς φορές, ὅταν εἴμεθα σὲ ἀκηδία, ἡ ἀκατηγόρητη ἐπίσκεψή μας σὲ ἄλλους ἀδελφοὺς καὶ σὲ κατάλληλο καιρὸ καὶ ἡ συζήτηση μαζί τους, μπορεῖ νὰ ἐξαφανίσει σὲ κάποιο μέτρο τὸ πάθος τῆς ἀκηδίας». Ἔτσι λοιπόν, ὁ ἀγωνιστής, ἀφοῦ ἐνδυναμώνεται σταδιακὰ μὲ τὴν Θεία Χάρι καὶ τὴν προσωπική του ἐμπειρία, ἐπιδίδεται μὲ περισσότερο πόθο στὸν καλὸν ἀγώνα τῶν ἀρετῶν. Ἀλλὰ ἡ ἐν ἡσυχίᾳ ὑπομονὴ εἶναι ὠφελιμότερη, λέγουν οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τὰ γνώρισαν αὐτὰ μὲ τὸν προσωπικό τους ἀγώνα.
(Περί νοεράς εργασίας, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», σ. 64-74)

Η χαρά του Αγίου Πνεύματος - Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

Εμπιστευθείτε στο Θεό τον Αγαθό, τον Ισχυρό, τον Ζώντα, και Αυτός θα σας οδηγήσει στην ανάπαυση.
Μετά από τις δοκιμασίες ακολουθεί η πνευματική χαρά. Ο Κύριος παρακολουθεί όσους υπομένουν τις δοκιμασίες και τις θλίψεις για τη δική Του αγάπη. Μη λιποψυχείτε λοιπόν και μη δειλιάζετε.
Φροντίζετε να περιφρουρείτε στην καρδιά σας τη χαρά του Αγίου Πνεύματος και να μην επιτρέπετε στον πονηρό να χύνει την πίκρα του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ο Παράδεισος που υπάρχει μέσα σας μετατραπεί σε κόλαση.

Περί νοεράς ησυχίας - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 

Ἡ ψυχὴ πρέπει νὰ διατηρῆται σὲ νοερὴ μοναξιὰ καὶ ἡσυχία, γιὰ νὰ φέρῃ ὁ Θεὸς τὴν δική του εἰρήνη μέσα της.
Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τῶν θεῶν καὶ Κύριος τῶν κυρίων ἔκανε τὴν ψυχή σου γιὰ κατοικία καὶ δικό του ναό, πρέπει νὰ τὴν τιμᾷς τόσο πολύ, ὥστε νὰ μὴν τὴν ἀφήσῃς νὰ ταπεινωθῇ καὶ νὰ κλίνῃ σὲ ἄλλο πρᾶγμα· οἱ ἐπιθυμίες σου καὶ οἱ ἐλπίδες σου ἂς εἶναι πάντοτε στὸν ἐρχομὸ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἂν δὲν βρῇ τὴν ψυχὴ μόνη της, δὲν θὰ ἔλθη νὰ τὴν ἐπισκεφθῇ. Αὐτὸς τὴν θέλει χωρὶς λογισμούς, ὅσο μπορεῖ: μόνην ἐντελῶς ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ πολὺ περισότερο μόνη της ἀπὸ τὴν θέλησί της.
Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει ἐσὺ μόνος σου καὶ χωρὶς διάκρισι νὰ σκληραγωγῆσαι, οὔτε νὰ ψάχνῃς ἀφορμὲς γὰ νὰ πάσχῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, μὲ μόνη τὴν γνώμη τῆς δικῆς σου θελήσεως, ἀλλὰ μὲ τὴν συμβουλὴ τοῦ Πνευματικοῦ σου πατρὸς ποὺ σὲ κυβερνᾷ ὡς τοποτηρητὴς τοῦ Θεοῦ, ὥστε διὰ μέσου αὐτοῦ ὁ Θεὸς διατάσσῃ καὶ ἐνεργῇ στὴ θέλησί σου ἐκεῖνο ποὺ αὐτὸς θέλει. Μὴν κάνῃς ποτὲ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις. Ἀλλὰ ἂς κάνῃ ὁ Θεὸς ἐκεῖνο ποὺ θέλει σὲ σένα. Ἡ θέλησίς σου ἂς εἶναι πάντοτε ἐλεύθερη ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου, δηλαδή, ἐσὺ νὰ μὴν θέλῃς ποτὲ κανένα πρᾶγμα, καὶ ὅταν θελήσῃς τίποτε, ἂς εἶναι τέτοιου εἴδους, ὥστε κι ἂν δὲν γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ θέλεις, ἰδιαίτερα τὸ ἀντίθετο, νὰ μὴ λυπᾶσαι, ἀλλὰ ἂς μένη τὸ πνεῦμα σου τόσο ἥσυχο, σὰν νὰ μὴν θέλησες τίποτε.
Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία τῆς καρδιᾶς καὶ μοναξιά, τὸ νὰ μὴ δεσμεύεται δηλαδὴ μὲ τὸν νοῦ ἢ μὲ τὴν θέλησί της σὲ κανένα πράγμα. Λοιπὸν ἂν δώσῃς στὸν Θεὸ τὴν ψυχή σου τόσο λυμένη, ἐλεύθερη καὶ μοναχή, θὰ ἰδῆς θαύματα ποὺ αὐτὸς θὰ ἐνεργήσῃ σ᾿ αὐτήν, ἐξαιρετικὰ ὅμως καὶ ἰδιαίτερα τὴν θεϊκὴ εἰρήνη, ποὺ εἶναι τὸ δῶρο ἐκεῖνο, ποὺ μπορεῖ νὰ γίνῃ αἰτία νὰ χωρέσῃ ὅλα τὰ ἄλλα του χαρίσματα, ὅπως εἶπε ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος :
Ὦ θαυμαστὴ μοναξιὰ καὶ ἀπόκρυφο ταμεῖο τοῦ Ὑψίστου! Μέσα στὸ ὁποῖο μόνον αὐτὸς θέλει νὰ ἀκούγεται καὶ ὄχι ἀλλοῦ καὶ ἐκεῖ νὰ ὁμιλῇ στὴν καρδιὰ τῆς ψυχῆς σου. Ὦ ἐρημιὰ καὶ ἡσυχία ποὺ ἔγινε παράδεισος! Ἐπειδὴ μόνον σ᾿ αὐτὴν δίνει ἄδεια ὁ Θεὸς νὰ τὸν βλέπουν ἢ νὰ τοῦ ὁμιλοῦν.
«Παρελθὼν ὄψομαι τί τὸ ὅραμα τὸ μέγα τοῦτο», ἔλεγε ὁ Μωυσῆς, ὅταν βρισκόταν στὴν αἰσθητὴ καὶ νοητὴ ἔρημο τοῦ Σινᾶ (Ἔξοδ. 3,3). Ἀλλὰ ἐὰν καὶ σὺ θέλῃς νὰ φθάσῃς σ᾿ αὐτό, μπὲς στὴν γῆ αὐτὴ ἀνυπόδητος, γιατὶ εἶναι ἁγία. Ἀπογύμνωσε πρῶτα τὰ πόδια σου, δηλαδὴ τὶς διαθέσεις τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἂς μείνουν γυμνὲς καὶ ἐλεύθερες ἀπὸ κάθε γήϊνο πρᾶγμα.
Μὴ βαστάσῃς, οὔτε σακκούλι, οὔτε ράβδο σ᾿ αὐτὴ τὴν ὁδό, ὅπως παρήγγειλε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του (Λουκ. 10,4), διότι ἐσὺ δὲν πρέπει νὰ θέλῃς κανένα πρᾶγμα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, σὰν αὐτὰ ποὺ ζητοῦν οἱ ἄλλοι. Οὔτε νὰ ἀσπασθῇς κανένα πρόσωπο στὴν ὁδὸ αὐτή, ὅπως παρήγγειλε ὁ Ἐλισσαῖος στὸ παιδάριό του (Βασιλ. 4,29) καὶ ἔλεγε ὁ Κύριος στοὺς μαθητές του (Λουκ. 10,4), ἔχοντας ὅλο σου τὸν λογισμὸ καὶ τὴν διάθεσι καὶ τὴν ἀγάπη μόνο στὸν Θεὸ καὶ ὄχι στὰ κτίσματα: «ἄφησε τοὺς νεκροὺς νὰ θάψουν τοὺς δικούς τους νεκρούς» (Ματθ. 8,22). Ἐσὺ προχώρα μόνος σου στὴν χώρα τῶν ζωντανῶν, καὶ ἂς μὴν ἔχῃ μερίδιο ὁ θάνατος μὲ σένα (μέρος μετὰ σοῦ ὁ θάνατος).

Το μυστήριο του ανθρώπινου όντος - Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Δὲν ὑπάρχει τίποτε πιὸ φοβερὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο σ’ ὅλους τους κόσμους. Ἡ περὶ ἀνθρώπου Φιλοσοφία εἶναι δυσβάστακτη, ἀκόμη καὶ γιὰ τὸ νοῦ των ἀγγέλων, προκαλεῖ λύπη καὶ στὶς καρδιὲς τῶν χερουβείμ. Εἶναι πικρὴ ἡ ἀπεραντοσύνη τοῦ ἀνθρώπου. Ποιός δὲν πικράθηκε, δὲν δηλητηριάσθηκε μόλις τὴ δοκίμασε καὶ ἀπέκτησε μὲ τίς αἰσθήσεις του τὴν πικρή της γνώση; Ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς μέχρις ἐσχάτων: Ἐὰν ὁ θαυμαστὸς Θεὸς καὶ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν εἶχε ἀναστηθεῖ καὶ μὲ τὸ φῶς της Ἀναστάσεώς Του δὲν εἶχε φωτίσει καὶ νοηματίσει τὴν ἀπεραντοσύνη τοῦ ἀνθρώπου, ποιός δὲν θὰ θεωροῦσε τὸ Δημιουργὸ ἑνὸς τέτοιου ὄντος, ὅπως ὁ ἄνθρωπος, ἀκατανόητο καὶ ὄχι Θεάνθρωπο; Μόνο Αὐτὸς ὁ Γλυκύτατος Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς μὲ θεία ἀγάπη καὶ στοργὴ γλυκαίνει τὸ πικρὸ μυστήριο τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος, γεμίζοντάς το μὲ τὸν ἑαυτὸ Του καὶ τὴ δικὴ Του ζωὴ καὶ ἀπεραντοσύνη. Ποῦ εἶναι τὸ κέντρο τοῦ ἀνθρώπινου ὄντος; Στὸν Ἀναστάντα καὶ Ἀναληφθέντα Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ «τὸν καθήμενον ἐν δεξιὰ τοῦ Θεοῦ» (Κόλ. 3,1). Μὲ τὸν Ἀναστάντα Θεάνθρωπο ἡ αἰωνιότητα γίνεται ἡ καινὴ κατηγορία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ποιά σκέψη ἀνθρώπινη εἶναι τώρα ἀθάνατη, ποιά ἐπιθυμία, ποιά αἴσθηση; Μόνο ἡ ἐν Χριστῷ σκέψη, ἡ ἐν Χριστῷ ἐπιθυμία καὶ αἴσθηση. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι χριστιανός, μόνο ἐὰν διὰ τοῦ Χριστοῦ σκέπτεται, φρονεῖ, αἰσθάνεται καὶ θέλει. (Πρβλ. Φιλ. 2, 5).
Ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό μόνο ὄν σ’ ὅλους τους κόσμους ποὺ ἐκτείνεται ἀπὸ τὸν παράδεισο ὡς τὴν κόλαση. Τὸ διαπασῶν τῆς ἀνθρώπινης σκέψεως, τῶν ἀνθρώπινων λογισμῶν, τῆς ἀνθρώπινης αἰσθήσεως καὶ διαθέσεως δονεῖται σὲ πολὺ μεγαλύτερο εὗρος ἀπὸ τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν διαβόλων. Μεγαλύτερο ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, διότι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ κατέλθει ὡς τὸ διάβολο, μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ διάβολο, διότι μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ ὡς τὸ Θεό. Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι αἰώνιο ὄν, εἴτε τὸ θέλει εἴτε ὄχι. Πότε ἀρχίζει ἡ ἀθανασία τοῦ ἀνθρώπου; Ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς συλλήψεώς του στὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Καὶ πότε ἀρχίζει ὁ παράδεισος ἢ ἡ κόλαση τοῦ ἀνθρώπου; Ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη προσχώρηση στὸ Θεῖο Ἀγαθὸ ἢ τὸ διαβολικὸ κακό, δηλαδὴ στὸ Θεὸ ἢ στὸ διάβολο. Τί εἶναι λοιπὸν ὁ παράδεισος; Παράδεισος εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μὲ τὸ λόγο τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἐὰν αἰσθάνεσαι τὸ Θεὸ μέσα σου, τότε ἤδη εἶσαι στὸν παράδεισο. Ὅπου ὁ Θεὸς ἐκεῖ καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ ὁ παράδεισος. Ὅπου βασιλεύει ὁ Χριστὸς ἐκεῖ εἶναι ὅλος ὁ παράδεισος καὶ ὅλες οἱ χαρὲς τοῦ παραδείσου. Ὁ ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης, λέει: «Ὅταν ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν σ’ ὅλες τίς σκέψεις τοῦ ἀνθρώπου, τίς ἐπιθυμίες, τίς προθέσεις, τοὺς λόγους καὶ τὰ ἔργα, σημαίνει ὅτι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἦλθε σ’ αὐτόν. Τότε ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὸ Θεὸ παντοῦ: μέσα στὴν ἁγία σκέψη, στὴν ἁγία δράση, στὴν ἁγία ὕλη».
Παντοῦ τὸ ἀόρατο εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ὁρατοῦ, εἶναι ὁ πυρῆνας του. Ἂς εἴμαστε εἰλικρινεῖς καὶ καθαροὶ καὶ θὰ δοῦμε ὅτι καὶ οἱ τρεῖς κόσμοι: τὸ σύμπαν, ἡ γῆ καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποτελοῦν μόνοι τους ἀόρατες δυνάμεις ἢ ἐνέργειες ντυμένες μὲ τὴν ὕλη. Κάθε κτίσμα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ἀποτελεῖ ἕνα κτιστὸ πλαίσιο μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς πλαισίωσε καὶ μία σκέψη Του, καὶ ὅλα τὰ κτίσματα μαζὶ ἀποτελοῦν τὸ πολύτιμο καὶ πολυτελὲς κτιστὸ μωσαϊκὸ τῶν ἄκτιστων σκέψεων («λόγων») τοῦ Θεοῦ. Πηγαίνοντας ἀπὸ τὸ ἕνα κτίσμα στὸ ἄλλο, πηγαίνουμε ἀπὸ τὸ ἕνα «φρέσκο» (τοιχογραφία) τοῦ Θεοῦ στὸ ἄλλο. Καὶ πηγαίνοντας ἀπὸ τὸν ἕναν ἄνθρωπο στὸν ἄλλο, πηγαίνουμε ἀπὸ τὴ μία εἰκόνα τοῦ Θεοῦ στὴν ἄλλη. Διότι, ὁ Θεὸς «ἐποίησε» τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα» δικὴ Του. Κάθε δική μας γνώση λοιπὸν γιὰ τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο μᾶς λέει σαφέστατα: αὐτὸς ὁ ὁρατὸς κόσμος, ὑπάρχει καὶ στηρίζεται πάνω στὸ ἀόρατο, τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει ὅριο καὶ τέλος.
Κατὰ τὴ διδασκαλία τῆς Ὀρθόδοξης πίστεως στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεανθρώπου αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερο καὶ ὑπέρτατο: νὰ βρεῖς τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο. Μόλις τὸ ἀνακαλύψεις (στὸν ἄνθρωπο) ἀνακάλυψες τὴν αἰώνια ἀξία του, τὴ μοναδικότητά του, τὸ ἀναντικατάστατο, τὴν ἀθανασία καὶ τὴν αἰωνιότητά του. Συχνὰ ὅμως ἡ θεία μορφὴ στὸν ἄνθρωπο ἔχει καλυφθεῖ ἀπὸ τὸ βόρβορο τῶν ἡδονῶν, τὰ ἀγκάθια τῶν παθῶν, τὰ ζιζάνια τῶν ἁμαρτιῶν καὶ ἀπὸ τὸ φλοιὸ τῆς κακίας. Ἄλλα σὺ εἶσαι ὀρθόδοξος Χριστιανὸς καὶ θὰ ἀφαιρέσεις ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴ θεία μορφή, γιὰ νὰ λάμψει πάλι τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο στὸ ἔνθεο κάλλος του. Ὅταν ἔτσι κάνεις, τότε θὰ ἀγαπήσεις τὸν ἄνθρωπο καὶ μέσα στὴν ἁμαρτία του. Ποτὲ δὲν θὰ ταυτίσεις τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τὸ κακὸ μὲ τὸν κακοῦργο. Πάντα θὰ διαχωρίζεις τὴν ἁμαρτία ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, θὰ καταδικάζεις τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ ἐλεεῖς καὶ θὰ εὐσπλαχνίζεσαι τὸν ἁμαρτωλό, ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἔκανε γιὰ τὴν ἁμαρτωλὴ μοιχαλίδα τοῦ Εὐαγγελίου (Ιωάν. 8, 3-11). Ὁ πανοικτίρμων Κύριος κατακρίνει τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ δὲν κατακρίνει τὴν ἁμαρτωλή. Εἶναι σὰν νὰ λέει: «Ἐγὼ δὲν κατακρίνω τὴ θεοειδὴ καὶ «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ ψυχή σου, δὲν εἶσαι σὺ τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἁμαρτία, ἔχεις μέσα σου θεοειδεὶς δυνάμεις ποὺ μποροῦν νὰ σὲ ἀπελευθερώσουν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, «πορεύου καὶ ἀπὸ τοῦ νῦν μηκέτι ἁμάρτανε» (Ἰω. 3, 11).