Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναυπάκτου Ιερόθεος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ναυπάκτου Ιερόθεος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Η αμεταθετος ελπίδα - Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, γιορτάζουμε τήν μεγάλη γιορτή τής Κοιμήσεως τής Υπεραγίας Θεοτόκου, μιά μεγάλη Θεομητορική εορτή. Λέγεται Θεομητορική εορτή, γιατί αναφέρεται στήν Θεομήτορα, τήν Μητέρα δηλαδή, η οποία γέννησε τόν Χριστό, τόν Θεό. Δέν είναι απλώς Χριστοτόκος, όπως έλεγαν οι αρχαίοι αιρετικοί. Υπήρχε δηλαδή μιά τάση αιρετικών στήν αρχαία Εκκλησία πού θεωρούσαν ότι ο Χριστός δέν ήταν Θεός, αλλά ήταν απλώς ένας άνθρωπος, ο Χριστός, καί επομένως η Παναγία δέν εγέννησε έναν Θεό, αλλά εγέννησε τόν Χριστό. Ο Νεστόριος έλεγε ότι η Παναγία είναι Χριστοτόκος καί εναντίον τού Νεστοριανισμού συνήλθε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος στήν Έφεσσο τό 431 μ.Χ. καί απεφάσισε ότι πράγματι η Παναγία εγέννησε τόν Θεό, γιατί ο Χριστός είχε δύο φύσεις, θεία καί ανθρώπινη φύση καί επομένως δέν πρέπει νά λέγεται Χριστοτόκος, αλλά πρέπει νά λέγεται Θεοτόκος, Θεομήτωρ, καί έτσι επικράτησε νά λέγεται η Παναγία μας μέσα στήν ιστορία.


Πολλά μπορεί κανείς νά πή γιά τήν Θεοτόκο, γιά τήν Παναγία, καί γιά τήν γιορτή, αλλά καί γιά τό πρόσωπο τής Θεοτόκου.


Θά ήθελα σήμερα πού ήρθα στόν ιερό αυτό Ναό καί λειτούργησα, όπως πάντα κάθε χρόνο, θά ήθελα νά μού επιτρέψη η αγάπη σας νά πώ λίγα λόγια γύρω από μιά φράση από τό Κοντάκιο τής εορτής: «Τήν εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Δηλαδή, προσευχόμαστε στήν Θεοτόκο πού είναι ακοίμητη στίς προσευχές, προσεύχεται συνεχώς γιά μάς, γιατί υπερέβη τόν θάνατο. Δέν υπάρχει στήν Παναγία μας τώρα, τό παρελθόν καί τό μέλλον. Όλα αυτά είναι ενοποιημένα. Γι’ αυτό καί γίνεται υπέρβαση καί τού χρόνου καί τής φύσεως καί τού θανάτου. Φυσικά, όπως λέει ο ιερός υμνογράφος «καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Μάς προστατεύει, καί αυτή η προστασία τής Παναγίας μας είναι η αμετάθετη ελπίδα. Ακριβώς σ’ αυτό τό σημείο θέλω νά στρέψω τήν προσοχή σας:


«Αμετάθετος ελπίδα».


Καί νά μιλήσω λίγο γιά τό θέμα τής ελπίδας καί τής απελπισίας, πού βασανίζει τόν σημερινόν άνθρωπο.


Τί είναι ακριβώς η ελπίδα; Η ελπίδα είναι η προσδοκία ότι μπορεί νά πραγματοποιηθή ένα έργο θετικό, τό οποίο έχουμε επιλέξει νά κάνουμε στήν ζωή μας. Υπάρχει διαφορά μεταξύ ελπίδος καί πίστεως. Εάν η ελπίδα δείχνη μιά προσδοκία, ότι θά εκπληρωθή κάτι θετικό, η πίστη είναι η ακράδαντη βεβαιότητα ότι αυτό θά πραγματοποιηθή οπωσδήποτε. Καί γι’ αυτό συνδέεται η πίστη μέ τά γεγονότα τού παρελθόντος μέ τήν εμπειρία τήν οποία έχουμε από τό παρελθόν, οπότε λέμε, όπως έγινε αυτό στήν προηγούμενη περίπτωση θά γίνη καί τώρα. Ενώ η ελπίδα είναι απλώς η προσδοκία στό μέλλον.


Στήν συνέχεια υπάρχει μιά δίδυμη αρετή πού συνδέεται μέ τίς προηγούμενες σέ ενότητα, πού είναι η αγάπη. Εάν η ελπίδα είναι απλώς προσδοκία ενός γεγονότος ότι θά έχη θετική εξέλιξη καί η πίστη είναι η ακράδαντη καί ακλόνητη βεβαιότητα ότι αυτή θά πραγματοποιηθή, η αγάπη είναι η ενότητα. Η αγάπη είναι η επικοινωνία καί ενότητα καί μέ τόν Θεό καί μέ τούς ανθρώπους. Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης θά πή ότι ο έρως, δηλαδή η αγάπη, είναι η ενοποιός ενέργεια, διότι μέ αυτήν ενώνεται ο Θεός μέ τόν άνθρωπο, μέ αυτήν ενώνεται ο άνθρωπος μέ τόν Θεό, ο άνθρωπος μέ τούς συνανθρώπους, αυτό γίνεται μέσα από τήν δύναμη καί τήν ενέργεια τής αγάπης.


Άρα, λοιπόν, από μόνη της η ελπίδα δέν έχει τόσο μεγάλη σημασία καί αξία. Τό νά περιμένη κανείς ότι κάτι θά γίνη καί νά προσδοκά ότι θά γίνη κάτι αγαθό καί κάτι καλό είναι ένα στοιχείο τής προσωπικότητας τού ανθρώπου πού, άν δέν στηρίζεται καί δέν εμπνέεται, δέν καθοδηγήται καί δέν συνδέεται μέ τήν πίστη, μέ τήν ακλόνητη βεβαιότητα καί μέ τήν αγάπη, η οποία είναι «πηγή πυρός», είναι μιά εσωτερική φλόγα, η οποία οδηγεί τόν άνθρωπο στήν ενότητα καί τήν υλοποίηση αυτού πού επιθυμεί, τότε η ελπίδα είναι απλώς ένα προσωρινό αγαθό καί προσωρινή αρετή. Πρέπει νά συνδέωνται στενότατα η ελπίδα, η πίστη καί η αγάπη.


Καί αυτό φαίνεται όταν ο Απόστολος Παύλος στήν Α' Πρός Κορινθίους Επιστολή, αφού αναφέρεται στά διάφορα χαρίσματα τά οποία έχουν τά μέλη τής Εκκλησίας, στήν συνέχεια λέγει: «νυνί δέ μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τά τρία ταύτα μείζων δέ τούτων η αγάπη» (Α' Κορ. ιγ', 13). Τρία, λοιπόν, είναι εκείνα τά οποία συγκροτούν τόν άνθρωπο: η ελπίδα νά περιμένη κανείς καί νά προσδοκά ότι κάτι θά γίνη θετικό, η πίστη, η βεβαιότητα, καί η αγάπη, η οποία είναι φωτιά πού παρακινεί τόν άνθρωπο καί ενοποιεί όλες τίς δυνάμεις πού υπάρχουν μέσα στήν κοινωνία.


Αλλά ενώ αυτά τά τρία πρέπει νά πηγαίνουν πάντοτε μαζί, τελικά αυτό πού έχει μεγαλύτερη αξία είναι η αγάπη. Λέγει ένας αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Η πίστις απέρχεται, όταν αυτοψία στώμεν ιδόντες τόν Θεόν». Δηλαδή, όταν δούμε τόν Θεό καί αυτό γίνη μέ αυτοψία, όπως έγινε στούς αγίους, τότε παρέρχεται η πίστη. Η πίστη έχει τήν έννοια ότι πιστεύω κάτι, δέν τό έχω δεί, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει. Όταν όμως οι άγιοι φθάνουν στό σημείο νά δούν τό Θεό, τότε δέν υπάρχει πίστη. Καταργείται η πίστη. Τότε υπάρχει πνευματική γνώση καί βεβαιότητα. Στήν συνέχεια γράφει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς «Καί η ελπίς αφανίζεται τών ελπιζομένων αποδοθέντων». Καί όταν εκείνα τά οποία προσδοκούμε νά απολαύσουμε στήν ζωή γίνωνται πραγματικότητα, τότε καταργείται η ελπίδα. Ελπίζουμε νά επιτύχουμε κάτι καί όταν τό επιτυγχάνουμε, σταματάει στήν πραγματικότητα η ελπίδα, διότι τότε έχουμε τήν βεβαιότητα καί κυρίως τήν αγάπη, η αγάπη είναι η ενοποιός. Καί έπειτα λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς «αγάπη δέ εις πλήρωμα συνέρχεται και μάλλον αύξεται τών τελείων παραδοθέντων...». Η αγάπη είναι εκείνη πού δέν χάνεται ποτέ. Δέν έχει μεταπτώσεις, έχει μεταπτώσεις μόνον η συναισθηματική αγάπη, αλλά η θεολογική αγάπη είναι έκφραση τής ενώσεως μέ τόν Θεό καί έκφραση τής επικοινωνίας μέ τόν Θεό. Αυτή η αγάπη δέν έχει τέλος, είναι βίωμα η αγάπη καί κίνηση η αγάπη, μιά συνεχής κατάσταση. Γι’ αυτό καί έλεγε ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης καί επαναλαμβάνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής : «Ο Θεός έρως εστίν καί εραστόν καί ως έρως κινείται πρός τόν άνθρωπον καί ως εραστόν ελκύει πρός εαυτώ τά τού έρωτος δεκτικά». Άρα ο Θεός είναι έρωτας, αγάπη καί κινείται πρός τόν άνθρωπο, ταυτόχρονα είναι καί εραστό, ελκύει τόν άνθρωπο πρός τόν εαυτό Του καί κυρίως εκείνους οι οποίοι είναι δεκτικοί αυτού τού θείου έρωτος, τής θείας αγάπης.


Οπότε, αγαπητοί μου αδελφοί, γιά νά υπάρχη πραγματική ελπίδα καί νά ελπίζουμε πραγματικά καί αυτό νά ζωογονή τόν άνθρωπο, πρέπει η ελπίδα νά συνδέεται μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, αλλιώς είναι κάτι τό προσωρινό πού έρχεται καί παρέρχεται καί ο άνθρωπος εύκολα οδηγείται στήν απόγνωση καί τήν απελπισία. Πόσες φορές ή μάλλον τίς περισσότερες φορές στήν ζωή μας διακατεχόμαστε από τήν απελπισία καί τήν απόγνωση, καί όχι από τήν ελπίδα καί τήν αισιοδοξία. Καί αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Οι άνθρωποι στήν εποχή μας κυρίως διακρίνονται από τήν απόγνωση, τήν απαισιοδοξία καί τήν κατάθλιψη. Άλλο είναι η θλίψη η οποία είναι παροδική καί άλλο είναι η κατάθλιψη η οποία έχει καί σωματικές συνέπειες, βιολογικές συνέπειες καί ο άνθρωπος φθάνει, όταν έχη τήν κατάθλιψη, σέ πλήρη ακηδία, αφροντισιά δηλαδή τού εαυτού του.


Καί βρισκόμαστε στήν εποχή αυτή πού υπάρχει διαδεδομένη πολύ μεγάλη απελπισία, πολύ μεγάλη απόγνωση, πολύ μεγάλη ακόμη καί κατάθλιψη. Γι’ αυτό ο άνθρωπος λόγω τής κατάθλιψης οδηγείται πολλές φορές καί στήν αυτοκτονία, στήν αυτοχειρία.


Οι επιστήμονες πού ασχολούνται μέ αυτό τό θέμα λένε ότι κάθε μέρα στήν Ελλάδα τά τελευταία χρόνια έχουμε δυό-τρείς ανθρώπους πού αυτοκτονούν. Ένα εκατομμύριο τό χρόνο αυτοκτονούνε σέ όλον τόν κόσμο από κατάθλιψη κυρίως καί απαράκλητη διαγωγή. Καί μάλιστα η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας μάς λέγει ότι ένας στούς τέσσερεις ανθρώπους σέ παγκόσμιο επίπεδο μιά φορά στήν ζωή τους θά έρθουν σέ πλήρη κατάθλιψη καί θά χρειάζωνται νά έχουν καί ιατρική περίθαλψη γιά νά ξεφύγουν από αυτήν τήν απελπισία καί τήν κατάθλιψη.


Φθάνουν δέ οι επιστήμονες, ακριβώς γιατί υπάρχει αυτή η ελπίδα, η οποία συνδέεται στενά μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, νά σκιαγραφήσουν τήν ταυτότητα τού ανθρώπου αυτού πού αυτοκτονεί. Πρόκειται γιά έναν άνθρωπο ο οποίος ζή μιά διαρκή μοναξιά καί αισθάνεται ότι δέν έχει τόπο νά μείνη σ’ αυτή τή ζωή. Διακατέχεται από μιά αίσθηση ότι βρίσκεται σέ μιά συναισθηματική έρημο, αυτό σημαίνει καί πραγματική μοναξιά. Η μοναξιά δέν είναι νά είμαι μόνος μου απλώς, αλλά ότι οι διπλανοί μου δέν μέ καταλαβαίνουν ούτε καί εγώ μπορώ νά τούς καταλάβω. Καί η μεγαλύτερη καί η φοβερότερη μοναξιά είναι η δυαδική μοναξιά, δηλαδή η μοναξιά δύο ανθρώπων, συζύγων, πού βρίσκονται συνεχώς μαζί στό ίδιο σπίτι, τρώνε μαζί, κοιμούνται μαζί καί αισθάνονται αποξενωμένοι ο ένας από τόν άλλον. Η δυαδική αυτή μοναξιά είναι η χειρότερη μορφή τής μοναξιάς.


Οπότε η ταυτότητα αυτού πού οδηγείται στήν κατάθλιψη καί λόγω τής κατάθλιψης στήν αυτοκτονία, στήν αυτοχειρία, είναι ότι έχει μιά συναισθηματική μόνωση, μιά ερήμωση, μιά συναισθηματική σύγχυση καί επειδή ακριβώς αισθάνεται ότι δέν τόν χωράει αυτή η ζωή, δέν τού ανήκει αυτή η ζωή, καί αισθάνεται ότι βρίσκεται σέ μιά τέτοια σύγχυση συναισθηματική, διαταράσσεται καί η κρίση του, η λογική, η σκέψη καί η κρίση, η οποία σκέψη είναι αυτή πού οργανώνει τό παρόν καί τό μέλλον. Οπότε μιά τέτοια συναισθηματική ερήμωση η οποία διαταράσσει καί καταργεί καί τόν τρόπο τής σκέψεως τού ανθρώπου, οδηγεί τόν άνθρωπο σέ μιά απόγνωση. Δέν μπορεί νά καθορίση καί νά διοργανώση τήν ζωή του, δέν μπορεί νά ξεφύγη από τά προβλήματα, νά αντιμετωπίση τίς δυσκολίες, δέν μπορεί νά αντιμετωπίση ακόμη καί τό φρικτό μέλλον τό οποίο φαίνεται νά έρχεται καί νά είναι σκληρό, οπότε λέγει «δέν έχει νόημα η ζωή μου, άρα δέν πρέπει νά υπάρχω».


Νά, λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, τί μεγάλη αξία έχει η ελπίδα. Γι’ αυτό προσευχόμαστε στήν Παναγία μας «καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Αλλά, όπως είπα προηγουμένως, η ελπίδα αυτή, η οποία «ου καταισχύνει», δέν ντροπιάζει τόν άνθρωπο, γιά νά είναι ολοκληρωμένη καί νά έχη μιά διαχρονικότητα, καί είναι πράγματι στοιχείο τής ωριμότητος τού ανθρώπου, πρέπει απαραίτητα νά συνδέεται μέ τήν πίστη στόν Θεό καί μέ τήν αγάπη, γιατί χωρίς αυτά τά δύο η ελπίδα πού είναι δύναμη τής ψυχής μετατρέπεται εύκολα καί γίνεται απόγνωση, απελπισία καί κατάθλιψη.


Μιλάμε συνέχεια γιά τήν Τρόϊκα. Καί βεβαίως υπάρχουν πολλά προβλήματα τά οποία έχει φέρει στήν Ελλάδα, αλλά από πλευράς πνευματικής υπάρχει μιά ευλογημένη τρόϊκα. Ποιά είναι αυτή; Οι τρείς αυτές αρετές: Η πίστη, η ελπίδα καί η αγάπη. Καί όταν έχη κανείς αυτήν τήν ευλογημένη τρόϊκα, δέν φοβάται τίποτε στή ζωή του. Μπορεί νά αντιμετωπίση τά πάντα καί όλες τίς δυσκολίες.


Εορτή τής Παναγίας μας σήμερα νά τήν παρακαλέσουμε, Αυτή η οποία είναι αμετάθετος ελπίδα, αυτή πού δίνει πραγματική ελπίδα, συνδεδεμένη μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, νά μάς δώση αυτήν τήν ευλογημένη τρόϊκα, ώστε ως ολοκληρωμένες υπάρξεις καί προσωπικότητες, νά στεκόμαστε στά πόδια μας καί νά βλέπουμε μπροστά πρός τό μέλλον, πρός τήν δημιουργία, πρός τήν καταξίωση τής προσωπικότητός μας. Αμήν!

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Η δόξα της Εκκλησίας και των μελών της - Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

 

Έχουν δημοσιευθή κατά καιρούς πολλά κείμενα καί αρκετές αναλύσεις γύρω από τήν ουσία, τόν σκοπό καί τό έργο τής Εκκλησίας, αλλά καί γύρω από τίς σχέσεις μεταξύ τών μελών της, Κληρικών, λαϊκών καί μοναχών. Οι αναλύσεις αυτές στηρίζονται κυρίως στήν βιβλικοπατερική διδασκαλία καί τήν πράξη τής Εκκλησίας.
Στό σύντομο κείμενο πού ακολουθεί θά επιδιωχθή νά τονισθούν τά βασικά εκκλησιολογικά σημεία τής πρός Εφεσίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου, πού έχουν ως αναφορά τήν δόξα τής Εκκλησίας, ως Σώματος τού Χριστού, αλλά καί τήν δόξα τών μελών της ως μελών τού Σώματος τού Χριστού. Πρόκειται γιά μιά επιστολή μεγαλειώδη, στήν οποία παρουσιάζεται μέ έναν εκπληκτικό τρόπο τό μεγαλείο καί η δόξα τής Εκκλησίας.
1. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ο Υιός καί Λόγος τού Θεού μέ τήν ενανθρώπησή Του προσέλαβε τήν ανθρώπινη φύση τήν οποία ένωσε μέ τήν θεία φύση «α­συγ­χύ­τως, α­τρέ­πτως, α­διαι­ρέ­τως, α­χω­ρί­στως» καί τής οποίας ανθρωπίνης φύσεως υπόσταση είναι ο Λόγος. Η ανθρώπινη φύση πού προσλήφθηκε από τόν Λόγο θεώθηκε «άμα τή προσλήψει», ελευθερώθηκε από τήν φθαρτότητα καί θνητότητα πού προσέλαβε ο Υιός καί Λόγος τού Θεού εκουσίως μέ τήν Ανάσταση καί τήν Ανάληψή Του καί βρίσκεται εκ δεξιών τού Πατρός μετέχοντας στήν δόξα Του. Αυτό σημαίνει ότι μετά τήν ενανθρώπηση καί τήν Ανάσταση τού Χριστού καί αυτό τό Σώμα τού Χριστού έγινε πηγή τής Ακτίστου Χάριτος τού Θεού.
Συμμετοχή τής ανθρώπινης φύσεως τού Χριστού στήν δόξα τού Θεού σημαίνει μετοχή υποστατικώς στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού, στό άκτιστο Φώς τής θεότητος, αφού αυτό τό Φώς είναι η δόξα τού Θεού.
Έτσι ο Χριστός είναι η Κεφαλή τής Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει ότι ο Θεός Πατήρ έθεσε τόν Χριστόν «κεφαλήν υπέρ πάντα τή εκκλησία, ήτις εστί τό σώμα αυτού, τό πλήρωμα τού τά πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α', 22-23). Η φράση πού χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος περί τής Εκκλησίας ως Σώματος τού Χριστού δέν είναι συμβολική καί αισθητική, ούτε τήν προσέλαβε από τίς φιλοσοφικές καί κοινωνικές αντιλήψεις τής εποχής του, αλλά είναι αποκαλυπτική. Ο ίδιος είδε επανειλημμένως τόν σεσαρκωμένο Χριστό εν τή δόξη Του, όπως οι τρείς Μαθητές στό Όρος Θαβώρ καί ασφαλώς, φωτιζόμενος κατά τήν κατάσταση τής θεωρίας, είδε καί τό δικό του σώμα φωτεινό, ως μέλος τού Σώματος τού Χριστού.
Η βάση τής εκκλησιαστικής ζωής είναι η θεία Ευχαριστία, μέσα στήν οποία γνωρίζουμε εν τοίς πράγμασιν ότι η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, γιατί μετά τήν θεία Κοινωνία, ύστερα από τίς απαραίτητες προϋποθέσεις, ομολογούμε «είδομεν τό φώς τό αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες, αύτη γάρ ημάς έσωσεν».
Βεβαίως, στήν πρός Εφεσίους Επιστολή δέν γίνεται κάποια αναφορά στό μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, αλλά υπονοείται τό «πνεύμα» της. Αυτό φαίνεται καί από τό πρώτο κεφάλαιο, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τόν Πατέρα πού μάς ευλόγησε μέ κάθε πνευματική ευλογία, μάς εξέλεξε πρό καταβολής κόσμου νά είμαστε άγιοι καί άμωμοι, μάς προόρισε «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού», μάς εχαρίτωσε «εν τώ ηγαπημένω», μάς συγχώρεσε τά παραπτώματα μέ τό Αίμα τού Υιού Του, μάς εγνώρισε τό μυστήριο τού θελήματός Του, ανακεφαλαίωσε «τά πάντα εν τώ Χριστώ», μάς εσφράγισε μέ τό Άγιον Πνεύμα, πού είναι ο αρραβών τής κληρονομίας (Εφ. α', 1-14).
Όλος αυτός ο ύμνος είναι στήν πραγματικότητα ευχαριστιακός καί είναι απαύγασμα τής θείας Λειτουργίας, αφού μάς υπενθυμίζει τήν ευχή τής αναφοράς πού είναι τό κεντρικό σημείο τής θείας Ευχαριστίας καί είναι προσευχή-δοξολογία πρός τόν Πατέρα γιά τήν μεγάλη Του δωρεά πρός εμάς, πού φανερώθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Υιού Του.
2. ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΩΣ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Εφ' όσον καί τό ανθρώπινο Σώμα πού προσέλαβε ο Υιός καί Λόγος τού Θεού είναι πηγή τής ακτίστου δόξης Του, αυτό σημαίνει ότι καί οι Χριστιανοί πού μέ τά άγια μυστήρια γίνονται μέλη τού Σώματος τού Χριστού μετέχουν αυτής τής δόξης τής Βασιλείας, δηλαδή τού ακτίστου Φωτός, κατά διαφόρους βαθμούς. Δέν είναι μέλη τού μυστικού Σώματος τού Χριστού, αλλά τού πραγματικού καί δοξασμένου Σώματος τού Χριστού. Η κοινωνία τών πιστών μέ τόν Χριστό δέν είναι ιδεολογική, στοχαστική, συναισθηματική, ηθική, αλλά πραγματική, διότι «μέλη εσμέν τού σώματος αυτού, εκ τής σαρκός αυτού καί εκ τών οστέων αυτού» (Εφ. ε', 30).
Οι Χριστιανοί, ως μέλη τού Σώματος τού Χριστού, μετέχουν τού Φωτός τής δόξης Του καί ζούν κατά Χριστόν. Φώς καί ζωή είναι διαμετρικά αντίθετα από τό σκότος καί τήν νέκρωση. Πρίν τήν ένταξή τους στό Σώμα τού Χριστού διά τού Βαπτίσματος-Χρίσματος ήταν νεκροί καί ζούσαν στό σκότος, ενώ μετά τήν ένταξή τους είναι ζώντες εν Χριστώ (Εφ. β', 1-6) καί μετέχουν τού Φωτός τής δόξης τού Θεού (Εφ. ε', 😎.
Έπειτα, οι πνευματικές διακονίες τών Αποστόλων, Προφητών, Ευαγγελιστών, Ποιμένων καί Διδασκάλων γίνονται «πρός τόν καταρτισμόν τών αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν τού σώματος τού Χριστού», έως ότου φθάσουν όλοι «εις τήν ενότητα τής πίστεως καί τής επιγνώσεως τού υιού τού Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας τού πληρώματος τού Χριστού» (Εφ. δ', 12-13). Ο σκοπός τών διακονιών μέσα στήν Εκκλησία αποβλέπει στήν θέωση τών πιστών, στήν μετοχή τής δόξης τού Θεού, πού προσφέρει τήν γνώση τού Χριστού.
Οι Χριστιανοί ως μέλη τού ενδόξου Σώματος τού Χριστού καί ως μέλη τής Εκκλησίας δέν είναι «ξένοι καί πάροικοι, αλλά συμπολίται τών αγίων καί οικείοι τού Θεού» (Εφ. β', 19), αφού οι άγιοι ζούν μέσα στό Φώς τού Θεού.
3. Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ-ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ
Η μετοχή τών Χριστιανών στό ένδοξο Σώμα τού Χριστού δέν γίνεται απροϋπόθετα. Βασική προϋπόθεση είναι η μυστηριακή ζωή (Βάπτισμα-Χρίσμα-θεία Κοινωνία), αλλά καί η νηπτική-ησυχαστική ζωή.
Η ησυχαστική ζωή δέν είναι εφεύρεση τών αγίων Πατέρων στήν μεταγενέστερη ιστορία τής Εκκλησίας, αλλά είναι η ευαγγελική ζωή. Στήν πρός Εφεσίους Επιστολή γίνεται λόγος γιά νού, διάνοια καί καρδία, γιά τόν παλαιόν καί τόν νέον άνθρωπον (Εφ. δ', 17-24), γιά τόν έσω άνθρωπον πού κραταιώνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα καί γιά τήν καρδία στήν οποία κατοικεί ο Χριστός διά τής πίστεως (Εφ. γ', 16-17). Επίσης, γίνεται λόγος γιά τήν εσωτερική καρδιακή προσευχή πού γίνεται στήν καρδιά μέ ψαλμούς καί ύμνους καί ωδές πνευματικές (Εφ. ε', 19) καί όλος αυτός ο τρόπος ζωής δείχνει τό πώς ακριβώς πρέπει νά πορεύονται οι Χριστιανοί, «μή ως άσοφοι, αλλ' ως σοφοί», καί φανερώνει τήν πλήρωσή τους από τό Άγιον Πνεύμα (Εφ. ε', 15-18).
Μέσα από αυτήν τήν μυστηριακή καί ησυχαστική ζωή στό ένδοξο Σώμα τής Εκκλησίας εξετάζονται όλες οι άλλες εκδηλώσεις τών Χριστιανών, όπως οι σχέσεις ανδρών καί γυναικών στόν γάμο (Εφ. ε', 22-35), οι σχέσεις τέκνων καί γονέων (Εφ. στ', 1-4), οι σχέσεις μεταξύ δούλων καί κυρίων (Εφ. στ', 5-9), καθώς επίσης καί όλη η αναστροφή τών Χριστιανών μεταξύ τους (Εφ. δ', 15 – ε', 14).
4. ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
Ο εκτός τής Εκκλησίας κόσμος είναι ο κόσμος τής πτώσεως, στόν οποίον κυριαρχεί ο διάβολος. Οι Χριστιανοί ζώντες μέσα στήν Εκκλησία, ελευθερώθηκαν από τήν αμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, αλλ' όμως δέχονται επιρροές από τίς ενέργειές του, γι' αυτό θά πρέπει συνεχώς νά ανθίστανται στίς προκλήσεις πού προέρχονται από αυτόν. Μέ τήν δύναμη τού Χριστού πρέπει νά αγωνίζωνται «πρός τούς κοσμοκράτορας τού σκότους τού αιώνος τούτου», «πρός τάς μεθοδείας τού διαβόλου», καί νά αντιμετωπίζουν «τά βέλη τού πονηρού τά πεπυρωμένα». Γι' αυτό θά πρέπει νά αναλάβουν «τήν πανοπλίαν τού Θεού» (Εφ. στ', 10-17) καί νά ζούν ως πολεμιστές.
Τά όπλα τής πνευματικής αυτής πανοπλίας είναι αμυντικά καί επιθετικά, αλλά συγχρόνως οι Χριστιανοί δέν πρέπει νά παραλείπουν τήν αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, συνδυασμένη μέ τήν νήψη, θά πρέπει νά διάγουν «διά πάσης προσευχής καί δεήσεως, προσευχόμενοι εν παντί καιρώ εν Πνεύματι, καί εις αυτό τούτο αγρυπνούντες εν πάση προσκαρτερήσει καί δεήσει περί πάντων τών αγίων» (Εφ. στ', 18).
Από τά ανωτέρω φαίνεται ότι οι Χριστιανοί είναι τά μέλη τού ενδόξου Σώματος τού Χριστού, πού είναι η Εκκλησία, αλλά ταυτοχρόνως είναι καί πολεμιστές εναντίον τού διαβόλου. Οι δύο αυτές έννοιες (μέλη τού Σώματος τού Χριστού καί πολεμιστές) δείχνουν ποιός είναι ο σκοπός τών Χριστιανών πού ζούν μέσα στήν Εκκλησία μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν άσκηση.
Έχει γραφή πολύ χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία έχει δύο όψεις, μιά θετική –αγάπη, ενότητα καί κοινωνία τής αθανασίας μέ τούς άλλους καί μέ τούς αγίους εν Χριστώ– καί μιά αρνητική –τόν πόλεμο τού Σατανά καί τών δυνάμεών του, πού έχει ήδη ηττηθή στήν σάρκα τού Χριστού από αυτούς πού ζούν εν Χριστώ πέρα από τόν θάνατο, περιμένοντας τήν γενική ανάσταση, τήν τελική καί ολοκληρωμένη νίκη τού Θεού επί τού Σατανά». Κατά συνέπειαν «η Χριστολογία είναι η θετική όψη τής Εκκλησίας, αλλά ρυθμίζεται από τήν βιβλική δαιμονολογία, η οποία είναι ένας σημαντικός αρνητικός παράγοντας πού καθορίζει καί τήν Χριστολογία καί τήν Εκκλησιολογία» (π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Οι Χριστιανοί πρίν τό Βάπτισμα ευρίσκονταν κάτω από τήν επίδραση τού διαβόλου, στήν συνέχεια όμως αναγεννήθηκαν από τόν Χριστό καί βεβαίως σέ όλη τήν ζωή τους πρέπει νά αγωνίζωνται εναντίον τού Σατανά. Οπότε, όσοι βιώνουν τήν αρνητική «όψη» τής Εκκλησίας, δηλαδή όσοι αγωνίζονται εναντίον τού διαβόλου καί εναντίον τών παθών τους, αυτοί αντιλαμβάνονται καί βιώνουν τήν θετική όψη τής Εκκλησίας, δηλαδή τί είναι ο Χριστός καί πώς μπορεί κανείς νά συμμετάσχη στήν δόξα Του μέσα στήν Εκκλησία. Αυτό βιώνεται καί αντίστροφα, δηλαδή όποιος γεύεται τής κοινωνίας μέ τόν Χριστό, αντιμετωπίζει μέ ευχέρεια τίς επιθέσεις τού διαβόλου. Άν κανείς αρνήται τήν δαιμονολογία καί δέν πολεμά εναντίον τών μεθοδειών τού διαβόλου, αυτός δέν μπορεί νά ζήση τήν Χριστολογία, καί κατ' επέκταση δέν μπορεί νά είναι πραγματικό μέλος τής Εκκλησίας.
Η πρός Εφεσίους Επιστολή τού Αποστόλου Παύλου, πού εκφράζει εκπληκτικά τήν δόξα τής Εκκλησίας καί τήν δόξα τών μελών της είναι γραμμένη μέσα στήν φυλακή, στήν οποία βρισκόταν τότε ο Απόστολος (Εφ. στ', 19-20), αλλά δέν εκφράζει σέ τίποτε τήν ατμόσφαιρα τής φυλακής, αφού εκεί ο Απόστολος Παύλος ζούσε εμπειρικά «τό μυστήριον τού Χριστού» (Εφ. γ', 3-4), γνώριζε «τό μυστήριον τού θελήματος αυτού» (Εφ. α', 9) καί ήθελε νά μεταδώση καί στούς ανθρώπους τής φυλακής «τό μυστήριον τού ευαγγελίου» (Εφ. στ', 19). Η φυλακή δέν μείωσε καθόλου από τόν Απόστολο Παύλο τήν εμπειρική γνώση τής δόξης τής Εκκλησίας, όπως καί η κάθε σύγχρονη «φυλακή», πού ζή ο καθένας μας, δέν μπορεί νά μάς εμποδίση νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε τήν δόξα τής Εκκλησίας, ως Σώματος τού Χριστού, τό μυστήριο τού Χριστού καί τό μυστήριο τής Εκκλησίας καί νά υποστούμε τήν θεία αλλοίωση.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Προθεωρία για την Παλαιά Διαθήκη - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η θεοπτία την Παλαιά Διαθήκη


 

Η ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η γλώσσα του Θεού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ιερά Ιστορία - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Παλαιά και Καινή Διαθήκη - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το λείμμα του Κυρίου - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

ΚάΙν και Άβελ - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο Αδαμιαίος θρήνος - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Οι συνέπειες της πτώσεως των Πρωτοπλάστων - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Οι δερμάτικοι χιτώνες - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος