Παρασκευή 11 Αυγούστου 2023

Η Προσευχή - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο Μοναχισμός - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο του Γάμου - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο του Ευχελαίου - Μητροπολίτης Ναυπάσκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο της Μετανοίας - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο της Ιερωσύνης - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο του Χρίσματος - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Το μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Εκκλησία ως Μυστήριο - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η αμεταθετος ελπίδα - Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, γιορτάζουμε τήν μεγάλη γιορτή τής Κοιμήσεως τής Υπεραγίας Θεοτόκου, μιά μεγάλη Θεομητορική εορτή. Λέγεται Θεομητορική εορτή, γιατί αναφέρεται στήν Θεομήτορα, τήν Μητέρα δηλαδή, η οποία γέννησε τόν Χριστό, τόν Θεό. Δέν είναι απλώς Χριστοτόκος, όπως έλεγαν οι αρχαίοι αιρετικοί. Υπήρχε δηλαδή μιά τάση αιρετικών στήν αρχαία Εκκλησία πού θεωρούσαν ότι ο Χριστός δέν ήταν Θεός, αλλά ήταν απλώς ένας άνθρωπος, ο Χριστός, καί επομένως η Παναγία δέν εγέννησε έναν Θεό, αλλά εγέννησε τόν Χριστό. Ο Νεστόριος έλεγε ότι η Παναγία είναι Χριστοτόκος καί εναντίον τού Νεστοριανισμού συνήλθε η Γ' Οικουμενική Σύνοδος στήν Έφεσσο τό 431 μ.Χ. καί απεφάσισε ότι πράγματι η Παναγία εγέννησε τόν Θεό, γιατί ο Χριστός είχε δύο φύσεις, θεία καί ανθρώπινη φύση καί επομένως δέν πρέπει νά λέγεται Χριστοτόκος, αλλά πρέπει νά λέγεται Θεοτόκος, Θεομήτωρ, καί έτσι επικράτησε νά λέγεται η Παναγία μας μέσα στήν ιστορία.


Πολλά μπορεί κανείς νά πή γιά τήν Θεοτόκο, γιά τήν Παναγία, καί γιά τήν γιορτή, αλλά καί γιά τό πρόσωπο τής Θεοτόκου.


Θά ήθελα σήμερα πού ήρθα στόν ιερό αυτό Ναό καί λειτούργησα, όπως πάντα κάθε χρόνο, θά ήθελα νά μού επιτρέψη η αγάπη σας νά πώ λίγα λόγια γύρω από μιά φράση από τό Κοντάκιο τής εορτής: «Τήν εν πρεσβείαις ακοίμητον Θεοτόκον καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Δηλαδή, προσευχόμαστε στήν Θεοτόκο πού είναι ακοίμητη στίς προσευχές, προσεύχεται συνεχώς γιά μάς, γιατί υπερέβη τόν θάνατο. Δέν υπάρχει στήν Παναγία μας τώρα, τό παρελθόν καί τό μέλλον. Όλα αυτά είναι ενοποιημένα. Γι’ αυτό καί γίνεται υπέρβαση καί τού χρόνου καί τής φύσεως καί τού θανάτου. Φυσικά, όπως λέει ο ιερός υμνογράφος «καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Μάς προστατεύει, καί αυτή η προστασία τής Παναγίας μας είναι η αμετάθετη ελπίδα. Ακριβώς σ’ αυτό τό σημείο θέλω νά στρέψω τήν προσοχή σας:


«Αμετάθετος ελπίδα».


Καί νά μιλήσω λίγο γιά τό θέμα τής ελπίδας καί τής απελπισίας, πού βασανίζει τόν σημερινόν άνθρωπο.


Τί είναι ακριβώς η ελπίδα; Η ελπίδα είναι η προσδοκία ότι μπορεί νά πραγματοποιηθή ένα έργο θετικό, τό οποίο έχουμε επιλέξει νά κάνουμε στήν ζωή μας. Υπάρχει διαφορά μεταξύ ελπίδος καί πίστεως. Εάν η ελπίδα δείχνη μιά προσδοκία, ότι θά εκπληρωθή κάτι θετικό, η πίστη είναι η ακράδαντη βεβαιότητα ότι αυτό θά πραγματοποιηθή οπωσδήποτε. Καί γι’ αυτό συνδέεται η πίστη μέ τά γεγονότα τού παρελθόντος μέ τήν εμπειρία τήν οποία έχουμε από τό παρελθόν, οπότε λέμε, όπως έγινε αυτό στήν προηγούμενη περίπτωση θά γίνη καί τώρα. Ενώ η ελπίδα είναι απλώς η προσδοκία στό μέλλον.


Στήν συνέχεια υπάρχει μιά δίδυμη αρετή πού συνδέεται μέ τίς προηγούμενες σέ ενότητα, πού είναι η αγάπη. Εάν η ελπίδα είναι απλώς προσδοκία ενός γεγονότος ότι θά έχη θετική εξέλιξη καί η πίστη είναι η ακράδαντη καί ακλόνητη βεβαιότητα ότι αυτή θά πραγματοποιηθή, η αγάπη είναι η ενότητα. Η αγάπη είναι η επικοινωνία καί ενότητα καί μέ τόν Θεό καί μέ τούς ανθρώπους. Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης θά πή ότι ο έρως, δηλαδή η αγάπη, είναι η ενοποιός ενέργεια, διότι μέ αυτήν ενώνεται ο Θεός μέ τόν άνθρωπο, μέ αυτήν ενώνεται ο άνθρωπος μέ τόν Θεό, ο άνθρωπος μέ τούς συνανθρώπους, αυτό γίνεται μέσα από τήν δύναμη καί τήν ενέργεια τής αγάπης.


Άρα, λοιπόν, από μόνη της η ελπίδα δέν έχει τόσο μεγάλη σημασία καί αξία. Τό νά περιμένη κανείς ότι κάτι θά γίνη καί νά προσδοκά ότι θά γίνη κάτι αγαθό καί κάτι καλό είναι ένα στοιχείο τής προσωπικότητας τού ανθρώπου πού, άν δέν στηρίζεται καί δέν εμπνέεται, δέν καθοδηγήται καί δέν συνδέεται μέ τήν πίστη, μέ τήν ακλόνητη βεβαιότητα καί μέ τήν αγάπη, η οποία είναι «πηγή πυρός», είναι μιά εσωτερική φλόγα, η οποία οδηγεί τόν άνθρωπο στήν ενότητα καί τήν υλοποίηση αυτού πού επιθυμεί, τότε η ελπίδα είναι απλώς ένα προσωρινό αγαθό καί προσωρινή αρετή. Πρέπει νά συνδέωνται στενότατα η ελπίδα, η πίστη καί η αγάπη.


Καί αυτό φαίνεται όταν ο Απόστολος Παύλος στήν Α' Πρός Κορινθίους Επιστολή, αφού αναφέρεται στά διάφορα χαρίσματα τά οποία έχουν τά μέλη τής Εκκλησίας, στήν συνέχεια λέγει: «νυνί δέ μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τά τρία ταύτα μείζων δέ τούτων η αγάπη» (Α' Κορ. ιγ', 13). Τρία, λοιπόν, είναι εκείνα τά οποία συγκροτούν τόν άνθρωπο: η ελπίδα νά περιμένη κανείς καί νά προσδοκά ότι κάτι θά γίνη θετικό, η πίστη, η βεβαιότητα, καί η αγάπη, η οποία είναι φωτιά πού παρακινεί τόν άνθρωπο καί ενοποιεί όλες τίς δυνάμεις πού υπάρχουν μέσα στήν κοινωνία.


Αλλά ενώ αυτά τά τρία πρέπει νά πηγαίνουν πάντοτε μαζί, τελικά αυτό πού έχει μεγαλύτερη αξία είναι η αγάπη. Λέγει ένας αρχαίος εκκλησιαστικός συγγραφέας, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς: «Η πίστις απέρχεται, όταν αυτοψία στώμεν ιδόντες τόν Θεόν». Δηλαδή, όταν δούμε τόν Θεό καί αυτό γίνη μέ αυτοψία, όπως έγινε στούς αγίους, τότε παρέρχεται η πίστη. Η πίστη έχει τήν έννοια ότι πιστεύω κάτι, δέν τό έχω δεί, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει. Όταν όμως οι άγιοι φθάνουν στό σημείο νά δούν τό Θεό, τότε δέν υπάρχει πίστη. Καταργείται η πίστη. Τότε υπάρχει πνευματική γνώση καί βεβαιότητα. Στήν συνέχεια γράφει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς «Καί η ελπίς αφανίζεται τών ελπιζομένων αποδοθέντων». Καί όταν εκείνα τά οποία προσδοκούμε νά απολαύσουμε στήν ζωή γίνωνται πραγματικότητα, τότε καταργείται η ελπίδα. Ελπίζουμε νά επιτύχουμε κάτι καί όταν τό επιτυγχάνουμε, σταματάει στήν πραγματικότητα η ελπίδα, διότι τότε έχουμε τήν βεβαιότητα καί κυρίως τήν αγάπη, η αγάπη είναι η ενοποιός. Καί έπειτα λέγει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς «αγάπη δέ εις πλήρωμα συνέρχεται και μάλλον αύξεται τών τελείων παραδοθέντων...». Η αγάπη είναι εκείνη πού δέν χάνεται ποτέ. Δέν έχει μεταπτώσεις, έχει μεταπτώσεις μόνον η συναισθηματική αγάπη, αλλά η θεολογική αγάπη είναι έκφραση τής ενώσεως μέ τόν Θεό καί έκφραση τής επικοινωνίας μέ τόν Θεό. Αυτή η αγάπη δέν έχει τέλος, είναι βίωμα η αγάπη καί κίνηση η αγάπη, μιά συνεχής κατάσταση. Γι’ αυτό καί έλεγε ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης καί επαναλαμβάνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής : «Ο Θεός έρως εστίν καί εραστόν καί ως έρως κινείται πρός τόν άνθρωπον καί ως εραστόν ελκύει πρός εαυτώ τά τού έρωτος δεκτικά». Άρα ο Θεός είναι έρωτας, αγάπη καί κινείται πρός τόν άνθρωπο, ταυτόχρονα είναι καί εραστό, ελκύει τόν άνθρωπο πρός τόν εαυτό Του καί κυρίως εκείνους οι οποίοι είναι δεκτικοί αυτού τού θείου έρωτος, τής θείας αγάπης.


Οπότε, αγαπητοί μου αδελφοί, γιά νά υπάρχη πραγματική ελπίδα καί νά ελπίζουμε πραγματικά καί αυτό νά ζωογονή τόν άνθρωπο, πρέπει η ελπίδα νά συνδέεται μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, αλλιώς είναι κάτι τό προσωρινό πού έρχεται καί παρέρχεται καί ο άνθρωπος εύκολα οδηγείται στήν απόγνωση καί τήν απελπισία. Πόσες φορές ή μάλλον τίς περισσότερες φορές στήν ζωή μας διακατεχόμαστε από τήν απελπισία καί τήν απόγνωση, καί όχι από τήν ελπίδα καί τήν αισιοδοξία. Καί αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό. Οι άνθρωποι στήν εποχή μας κυρίως διακρίνονται από τήν απόγνωση, τήν απαισιοδοξία καί τήν κατάθλιψη. Άλλο είναι η θλίψη η οποία είναι παροδική καί άλλο είναι η κατάθλιψη η οποία έχει καί σωματικές συνέπειες, βιολογικές συνέπειες καί ο άνθρωπος φθάνει, όταν έχη τήν κατάθλιψη, σέ πλήρη ακηδία, αφροντισιά δηλαδή τού εαυτού του.


Καί βρισκόμαστε στήν εποχή αυτή πού υπάρχει διαδεδομένη πολύ μεγάλη απελπισία, πολύ μεγάλη απόγνωση, πολύ μεγάλη ακόμη καί κατάθλιψη. Γι’ αυτό ο άνθρωπος λόγω τής κατάθλιψης οδηγείται πολλές φορές καί στήν αυτοκτονία, στήν αυτοχειρία.


Οι επιστήμονες πού ασχολούνται μέ αυτό τό θέμα λένε ότι κάθε μέρα στήν Ελλάδα τά τελευταία χρόνια έχουμε δυό-τρείς ανθρώπους πού αυτοκτονούν. Ένα εκατομμύριο τό χρόνο αυτοκτονούνε σέ όλον τόν κόσμο από κατάθλιψη κυρίως καί απαράκλητη διαγωγή. Καί μάλιστα η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας μάς λέγει ότι ένας στούς τέσσερεις ανθρώπους σέ παγκόσμιο επίπεδο μιά φορά στήν ζωή τους θά έρθουν σέ πλήρη κατάθλιψη καί θά χρειάζωνται νά έχουν καί ιατρική περίθαλψη γιά νά ξεφύγουν από αυτήν τήν απελπισία καί τήν κατάθλιψη.


Φθάνουν δέ οι επιστήμονες, ακριβώς γιατί υπάρχει αυτή η ελπίδα, η οποία συνδέεται στενά μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, νά σκιαγραφήσουν τήν ταυτότητα τού ανθρώπου αυτού πού αυτοκτονεί. Πρόκειται γιά έναν άνθρωπο ο οποίος ζή μιά διαρκή μοναξιά καί αισθάνεται ότι δέν έχει τόπο νά μείνη σ’ αυτή τή ζωή. Διακατέχεται από μιά αίσθηση ότι βρίσκεται σέ μιά συναισθηματική έρημο, αυτό σημαίνει καί πραγματική μοναξιά. Η μοναξιά δέν είναι νά είμαι μόνος μου απλώς, αλλά ότι οι διπλανοί μου δέν μέ καταλαβαίνουν ούτε καί εγώ μπορώ νά τούς καταλάβω. Καί η μεγαλύτερη καί η φοβερότερη μοναξιά είναι η δυαδική μοναξιά, δηλαδή η μοναξιά δύο ανθρώπων, συζύγων, πού βρίσκονται συνεχώς μαζί στό ίδιο σπίτι, τρώνε μαζί, κοιμούνται μαζί καί αισθάνονται αποξενωμένοι ο ένας από τόν άλλον. Η δυαδική αυτή μοναξιά είναι η χειρότερη μορφή τής μοναξιάς.


Οπότε η ταυτότητα αυτού πού οδηγείται στήν κατάθλιψη καί λόγω τής κατάθλιψης στήν αυτοκτονία, στήν αυτοχειρία, είναι ότι έχει μιά συναισθηματική μόνωση, μιά ερήμωση, μιά συναισθηματική σύγχυση καί επειδή ακριβώς αισθάνεται ότι δέν τόν χωράει αυτή η ζωή, δέν τού ανήκει αυτή η ζωή, καί αισθάνεται ότι βρίσκεται σέ μιά τέτοια σύγχυση συναισθηματική, διαταράσσεται καί η κρίση του, η λογική, η σκέψη καί η κρίση, η οποία σκέψη είναι αυτή πού οργανώνει τό παρόν καί τό μέλλον. Οπότε μιά τέτοια συναισθηματική ερήμωση η οποία διαταράσσει καί καταργεί καί τόν τρόπο τής σκέψεως τού ανθρώπου, οδηγεί τόν άνθρωπο σέ μιά απόγνωση. Δέν μπορεί νά καθορίση καί νά διοργανώση τήν ζωή του, δέν μπορεί νά ξεφύγη από τά προβλήματα, νά αντιμετωπίση τίς δυσκολίες, δέν μπορεί νά αντιμετωπίση ακόμη καί τό φρικτό μέλλον τό οποίο φαίνεται νά έρχεται καί νά είναι σκληρό, οπότε λέγει «δέν έχει νόημα η ζωή μου, άρα δέν πρέπει νά υπάρχω».


Νά, λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, τί μεγάλη αξία έχει η ελπίδα. Γι’ αυτό προσευχόμαστε στήν Παναγία μας «καί προστασίαις αμετάθετον ελπίδα». Αλλά, όπως είπα προηγουμένως, η ελπίδα αυτή, η οποία «ου καταισχύνει», δέν ντροπιάζει τόν άνθρωπο, γιά νά είναι ολοκληρωμένη καί νά έχη μιά διαχρονικότητα, καί είναι πράγματι στοιχείο τής ωριμότητος τού ανθρώπου, πρέπει απαραίτητα νά συνδέεται μέ τήν πίστη στόν Θεό καί μέ τήν αγάπη, γιατί χωρίς αυτά τά δύο η ελπίδα πού είναι δύναμη τής ψυχής μετατρέπεται εύκολα καί γίνεται απόγνωση, απελπισία καί κατάθλιψη.


Μιλάμε συνέχεια γιά τήν Τρόϊκα. Καί βεβαίως υπάρχουν πολλά προβλήματα τά οποία έχει φέρει στήν Ελλάδα, αλλά από πλευράς πνευματικής υπάρχει μιά ευλογημένη τρόϊκα. Ποιά είναι αυτή; Οι τρείς αυτές αρετές: Η πίστη, η ελπίδα καί η αγάπη. Καί όταν έχη κανείς αυτήν τήν ευλογημένη τρόϊκα, δέν φοβάται τίποτε στή ζωή του. Μπορεί νά αντιμετωπίση τά πάντα καί όλες τίς δυσκολίες.


Εορτή τής Παναγίας μας σήμερα νά τήν παρακαλέσουμε, Αυτή η οποία είναι αμετάθετος ελπίδα, αυτή πού δίνει πραγματική ελπίδα, συνδεδεμένη μέ τήν πίστη καί τήν αγάπη, νά μάς δώση αυτήν τήν ευλογημένη τρόϊκα, ώστε ως ολοκληρωμένες υπάρξεις καί προσωπικότητες, νά στεκόμαστε στά πόδια μας καί νά βλέπουμε μπροστά πρός τό μέλλον, πρός τήν δημιουργία, πρός τήν καταξίωση τής προσωπικότητός μας. Αμήν!

Πέμπτη 10 Αυγούστου 2023

Το εκκλησιαστικό φρόνημα - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλάσίου Ιερόθεος


 

Αρχή και φανερώσεις της Εκκλησίας - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Εκκλησία - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Ουράνια Θεία Λειτουργία - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο Χριστός στην Εκκλησία - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Πεντηκοστή - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Ανάληψη του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Οι εμφανίσεις του Αναστάντος Χριστού στους Μαθητές - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η εμφάνιση του Αναστάντος Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο θάνατος και ο ενταφιασμός του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Οι επτά λόγοι του Χριστού στον Σταυρό - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Τα Πάθη και ο Σταυρός του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Οι συντελεστές των Παθών του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η προσευχή του Χριστού στην Γεθσημανή - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Αρχιερατική προσευχή του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η ομιλία του Χριστού στους Μαθητές - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο Μυστικός Δείπνος - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα - Μητροπολίτης Ναυπάτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Μεταμόρφωση του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Ανάσταση των ανθρώπων - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

 


Μετά την ανάσταση των Λαζάρου - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος





 


Αναστάσεις των νεκρών - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η θεραπεία των θανατηφόρων ασθενειών - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Θεραπείες δαιμονιζομένων - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Θεραπείες χρονίων ασθενειών - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η αποκατάσταση των σωματικών οργάνων - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η εξουσία του Χριστού πάνω στην κτίση - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Μετατροπή των στοιχείων της φύσεως - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βάσίου Ιερόθεος


 

Σκοπός των θαυμάτων - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Τα θαύματα του Χριστού κατά τα Ιερά Ευαγγέλια - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Τα θαύματα του Χριστού - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και η κρίση - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο Χριστός ως φίλος των αμαρτωλών - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Παγίδες και αλήθειες - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλασίου Ιερόθεος


 

Ο διάλογος του Χριστού με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους - Μητροπολίτης Ναυπάκτου & Αγίου Βλάσίου Ιερόθεος


 

Τετάρτη 9 Αυγούστου 2023

Νεομάρτυρες, η δόξα της Εκκλησίας - Φώτης Κόντογλου

 

Τὸ νὰ μιλᾶ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πώς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους πού μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια πού βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδῆ ὁ λίγος καιρὸς πού μᾶς χωρίζει ἂπ’ αὐτοὺς κάνει ὥστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κι ἐμᾶς, ἐνῶ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες πού περάσανε ἀπὸ τότε πού μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερα μὲ τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.
Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μία πορφύρα πού φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ πού θὰ’ πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι’ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι’ αὐτή, σὲ καιρὸ πού δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες πού κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Ἐμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχὴ μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ’ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ πού λέμε πώς ἔχουμε. Καὶ γι’ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους πού δὲν κοιτάζουνε τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους πού θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν’ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, πού εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους ἴσκιους πού λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…
… Μ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πώς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια πού τραβᾶ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, πού ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους πού δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.
Οι δικοί μας οἱ ἅγιοι, πού μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ πού εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στῆθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο πού γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε «Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ’ ἀποθάνω!» Νέοι ἄνθρωποι, παλικάρια ἀπάνω στ’ ἄνθος τῆς νιότης τους, πηγαίνανε προθυμερὰ νὰ παραδοθοῦνε γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, κι ἀντὶς ἀρραβωνιάσματα καὶ σφαζόντανε σὰν τ’ ἀρνιὰ ἡ κρεμαζόντανε μὲ τὴ θελιά στὸν λαιμό τους καί, γιὰ νὰ τοὺς τυραγνᾶνε περισσότερο οἱ ἄπιστοι, κόβανε τὸν λαιμὸ τους σιγὰ-σιγὰ μὲ στομωμένα μαχαίρια ἢ τους χωρίζανε μὲ σάπια σχοινιὰ πού κοβόντανε, γιὰ νὰ τους ξανακρεμάσουνε. Καὶ τὰ μόνα πού ξέρανε ἀπὸ τὴ Θρησκεία μας οἱ περισσότεροι ἂπ αὐτοὺς ἤτανε τὰ λόγια του Χριστοῦ, πού εἶπε: «Ὅποιος μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κὶ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, πού εἶναι στὸν οὐρανό, κι ὅποιος μ’ ἀρνηθεῖ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ἀρνηθῶ κ ἐγὼ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου, πού εἶναι στὸν οὐρανό». Καθὼς καὶ τὰ λόγια, τοῦτα, πού εἶπε ὁ Κύριος: «Μὴ φοβηθεῖτε ἀπὸ κείνους πού σκοτώνουνε τὸ σῶμα, μὰ πού δὲν μποροῦνε νὰ σκοτώσουνε τὴν ψυχή», καί: «Ὅποιος χάσει τὴ ζωή του γιὰ τ ὄνομά μου, αὐτὸς θὰ ζήσει στὴν αἰώνια ζωή».
Ώ! Τί ὕψος καὶ πόση πνευματικὴ εὐπρέπεια εἶχε ἡ φυλή μας, τὸν καιρὸ πού θαρροῦμε ἐμεῖς πώς ἤτανε ἀγράμματη καὶ βάρβαρη. Ἐμεῖς, οἱ σημερινοί, εἴμαστε βάρβαροι, πού δὲν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε ὅσο πρέπει τὴν εὐγένεια καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς θυσίας γιὰ τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πού τὴν προσφέρανε μὲ τὰ κορμιὰ τοὺς ἐκεῖνοι οἱ λεονταρόψυχοι, πού γι’ αὐτοὺς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης πώς δὲν γεννηθήκανε ἀπὸ αἵματα, μήτε ἀπὸ θέλημα τῆς σάρκας, μήτε ἀπὸ θέλημα ἀντρός, ἀλλὰ πώς γεννηθήκανε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ γενεὰ ἡ δική μας, «ἡ μοιχαλὶς καὶ ἁμαρτωλός», ἂς κάνει τὸν ἔξυπνον ἐκεῖ πού δὲν χωρᾶ καμιὰ ἐξυπνάδα, ἂς περιπαίζει ἐκείνους πού δώσανε τὸ αἷμα τους γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς αἰώνιας ζωῆς. Θὰ ἔρθει μέρα πού θὰ δώσει ἀπολογία καὶ σὲ τοῦτο τὸν κόσμο καὶ στὸν ἄλλον, καὶ τότε θὰ καταλάβει σὲ τί σκοτάδι βρισκότανε.

Οι κακές έξεις και η θεραπεία τους - Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

 

Α’. Ἐξέτασε, ἀδελφέ, τὶς κακὲς ἕξεις καὶ συνήθειες, ποὺ ἀπόκτησες μὲ τὴ ζωὴ ποὺ ἔκανες ἂν εἶναι παλιές, χρειάζεται περισσότερος κόπος, γιὰ νὰ καταστραφοῦν, ἂν εἶναι καινούργιες λιγότερος· ὅπως ἕνα παλιὸ καὶ ἕνα μεγάλο δένδρο, περισσότερο κόπο χρειάζεται, γιὰ νὰ κοπεῖ καὶ νὰ ξεριζωθεῖ ἀπὸ ἕνα νέο καὶ μικρό.
Β’. Ἐξέτασε τὶς θεραπεῖες ποὺ πρέπει νὰ χρησιμοποιήσεις γι’ αὐτὲς τὶς κακές σου ἕξεις καὶ συνήθειες ἀπὸ τὶς θεραπεῖες αὐτὲς ἡ πρώτη εἶναι τὸ νὰ θέλεις νὰ διορθωθεῖς ὄχι ἀμφιβάλλοντας, ἀλλὰ ἀποφασιστικά. Διότι οἱ σωματικὲς ἀσθένειες μποροῦν νὰ θεραπευθοῦν καὶ χωρὶς τὴν θέλησή μας οἱ ἀσθένειες ὅμως τῆς ψυχῆς χωρὶς νὰ τὸ θέλουμε, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ θεραπευθοῦν. Διότι καὶ γι’ αὐτὲς χρειάζεται μία ἀποφασιστικὴ θέληση τοῦ ἀσθενῆ, γιὰ νὰ ἰατρευθεῖ καὶ νὰ χρησιμοποιήσει τὰ μέσα καὶ τὰ ὄργανα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατάλληλα γιὰ τὴ θεραπεία. Τὰ μέσα, λοιπόν, καὶ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα μπορεῖς νὰ χρησιμοποιήσεις γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὶς κακές σου συνήθειες καὶ ἕξεις εἶναι ἐκεῖνα τὰ δύο τὰ ὁποῖα μᾶς φανέρωσε ὁ Κύριος ὅταν ἐλευθέρωσε ἐκεῖνον ποὺ ἦταν δαιμονισμένος ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία λέγοντας «Τὸ γένος αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ βγεῖ μὲ κανένα ἄλλο μέσο παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία» (Μάρκ. 9, 29).
Γ. Ἐξέτασε, λοιπόν, τὸν ἑαυτό σου, πῶς κάνεις τὴν προσευχὴ σου· διότι πρέπει νὰ προσεύχεσαι ὄχι μὲ καρδιά, ποὺ νὰ περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ καὶ μὲ διασκορπισμένο νοῦ, ἀλλὰ νὰ προστρέχεις στὸ Θεὸ καὶ νὰ προσεύχεσαι μὲ τόση μεγάλη ταπείνωση καὶ καρδιακὴ συντριβὴ καὶ μὲ τόση μεγάλη προσοχὴ τοῦ νοῦ καὶ μὲ τόση μεγάλη καρτερία καὶ ὑπομονή, ὅπως θὰ προσευχόσουν ἂν βρισκόσουν σὲ μία μεγάλη θαλασσοταραχή, ὅπου δὲν θὰ ὑπῆρχε ἄλλη ἐλπίδα σωτηρίας παρὰ μόνο ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ. Διότι σὲ τέτοια συντετριμμένη καὶ ταπεινὴ προσευχὴ ὁ Θεὸς δὲν ἀρνεῖται κανένα πράγμα, ἀλλὰ δίνει, ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴ σωτηρία, διότι αὐτὸς μόνο εἶπε· «Ζητᾶτε καὶ θὰ σᾶς δοθεῖ, ἐρευνᾶτε καὶ θὰ βρεῖτε, κτυπᾶτε καὶ θὰ σᾶς ἀνοιχθεῖ ἡ πόρτα. Διότι καθένας ποὺ ζητᾶ, λαμβάνει, καὶ καθένας ποὺ ἐρευνᾶ, βρίσκει» (Ματθ. 7, 7-8). Αὐτὸς εἶπε καὶ τὸ παράδειγμα τῆς χήρας καὶ τοῦ κριτῆ τῆς ἀδικίας γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ προσευχόμαστε πάντοτε, νὰ μὴ παραπονούμαστε, ὅτι δὲν λαμβάνουμε ἀμέσως τὰ αἰτήματά μας· «Τοὺς εἶπε καὶ παραβολή, γιὰ νὰ τοὺς διδάξει ὅτι πρέπει νὰ προσεύχονται καὶ νὰ μὴν ἀποθαρρύνονται». Ἔτσι, ὅπως εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀθετήσει τὸν λόγο του ὁ Θεὸς καὶ νὰ διαψευσθεῖ, ἔτσι εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴν εἰσακουσθεῖς κι ἐσὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου, ἂν ἐξακολουθεῖς νὰ προσεύχεσαι ἀδιάλειπτα καὶ νὰ τὸν παρακαλεῖς μὲ τὸν τρόπο ποὺ εἴπαμε. Ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, πρέπει νὰ βάλεις στὸ Θεὸ μεσίτρια τῆς χάριτος καὶ τοῦ ζητήματος, ποὺ ἐπιθυμεῖς τὴν Ὑπεραγία Παρθένο, τὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ μητέρα καὶ μάμμη ὅλων τῶν χριστιανῶν· γιατί, ἂν ὁ Υἱὸς της εἶναι πατέρας μας καὶ ἀδελφός μας καὶ Πνεῦμα, ἑπόμενο εἶναι νὰ εἶναι καὶ αὐτὴ μάμμη καὶ μητέρα μας γλυκύτατη, ἡ ὁποία μᾶς δόθηκε ὡς βοηθὸς καὶ συνήγορος γι’ αὐτὸ τὸ σκοπό, γιὰ νὰ μεσιτεύσει στὸν Υἱό της γιὰ μᾶς ὡς Μητέρα τοῦ ἐλέους. Καὶ ἂν ὁ Σειρὰχ εἶπε γιὰ τὴν Εὔα ὅτι «ἀπὸ τὴ γυναίκα ξεκίνησε ἡ ἁμαρτία καὶ ἐξ αἰτίας της πεθαίνουμε ὅλοι» (Σοφ. Σειρ. 25, 24)· ἐμεῖς μὲ περισσότερο δίκαιο μποροῦμε νὰ ποῦμε γιὰ τὴν Κυρία Θεοτόκο ὅτι ἀπὸ γυναίκα ἔγινε ἡ ἀρχὴ τῆς σωτηρίας καὶ ἐξ αἰτίας της ἀναζωοποιούμαστε ὅλοι. Ἔτσι μποροῦμε νὰ προστρέχουμε σ’ αὐτὴν μὲ κάθε θάρρος σὲ κάθε μας περίπτωση καὶ ἀνάγκη. Καὶ τελικά, γιὰ νὰ κάνεις τὴν προσευχή σου αὐτὴ πιὸ ἐνεργητική, γιὰ νὰ λάβεις ἐκεῖνο ποὺ ζητᾶς ἀπὸ τὸ Θεό, πρέπει νὰ ἑτοιμασθεῖς προσωπικὰ μὲ τὴν ἐξομολόγηση καὶ μὲ τὴν μετάληψη τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, διότι αὐτὰ τὰ δύο μυστήρια εἶναι σὰν τὰ σωληνάρια, μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἔρχεται σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν Χριστὸ κάθε ἀγαθό.
Δ’. Κατόπιν, ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὴν νηστεία ποὺ κάνεις -καί, ὅταν λέω νηστεία, ἐννοῶ κάθε εἴδους ἐγκράτεια καὶ ἀποχὴ καὶ φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ ἐνδυμάτων καὶ στρωμάτων καὶ σωματικῶν ἀναπαύσεων, ἡ στέρηση τῶν ὁποίων γίνεται ἢ γιὰ κανόνα καὶ παίδευση τῶν προηγουμένων σου ἁμαρτιῶν ἢ γιὰ προφύλαξη καὶ πρόβλεψη τῶν μελλοντικῶν. Γιατί, ἂν δίνεις στὸ κορμὶ ὅλες τὶς ἀπολαύσεις καὶ ὅλες τὶς ἀναπαύσεις καὶ ἂν ζητᾶς στὸ κρεββάτι κάθε εἴδους μαλακὰ στρώματα καὶ κάθε εἴδους φαγητοῦ στὸ τραπέζι· καὶ ἂν θέλεις νὰ βρίσκεσαι σὲ ὅλες τὶς διασκεδάσεις καὶ σὲ ὅλες τὶς συντροφιὲς τῶν φίλων σου καὶ νὰ χάνεις τὸν καιρό σου σ’ αὐτὲς μὲ κάθε εἴδους ἀργία· καί, γιὰ νὰ μιλήσω σύντομα, ἂν θέλεις νὰ δίνεις κάθε εἴδους θεραπεία στὰ πάθη σου καὶ νὰ μὴν ἀποφεύγεις κανένα κίνδυνο, ἀπὸ ἐκείνους ποὺ μὲ ὅλη τὴν προθυμία δὲν ἀπέφευγαν ὅλοι οἱ ἅγιοι• ἂν λέω ζητᾶς αὐτά, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ξεριζώσεις τὰ πάθη καὶ τὶς κακὲς ἕξεις ποὺ ἀπόκτησες; «Δένδρο ποὺ ποτίζεται καθημερινὰ πότε θὰ ξεραθεῖ ἡ ρίζα του; Καὶ δοχεῖο ποὺ καθημερινὰ δέχεται προσθήκη ὑγροῦ, πότε θὰ λιγοστέψει;» σοῦ λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ. Ἔτσι ἂν καὶ σὺ δίνεις στὸ σῶμα τὶς ἀναπαύσεις του, μὲ ποιὰ βάση νομίζεις ὅτι μπορεῖς νὰ διορθωθεῖς; Βέβαια, δὲν μπορεῖς ἄλλο νὰ περιμένεις στὸ τέλος μίας τέτοιας ζωῆς ποὺ ἔζησες μὲ τόσες ἁμαρτίες παρὰ ἕναν ἀτέλειωτο θάνατο μέσα σὲ ὅλα τὰ κολαστήρια, διότι τέτοια πονηρὴ ζωὴ προξενεῖ καὶ πονηρὸ θάνατο· «Ὁ θάνατος ποὺ προξενεῖ, εἶναι θάνατος φοβερὸς» (Σοφ. Σειρ. 28, 21).
(“Πνευματικὰ Γυμνάσματα”, Ἔκδοσις Συνοδίας Σπυρίδωνος Ἱερομονάχου)

Η δόξα της Εκκλησίας και των μελών της - Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος

 

Έχουν δημοσιευθή κατά καιρούς πολλά κείμενα καί αρκετές αναλύσεις γύρω από τήν ουσία, τόν σκοπό καί τό έργο τής Εκκλησίας, αλλά καί γύρω από τίς σχέσεις μεταξύ τών μελών της, Κληρικών, λαϊκών καί μοναχών. Οι αναλύσεις αυτές στηρίζονται κυρίως στήν βιβλικοπατερική διδασκαλία καί τήν πράξη τής Εκκλησίας.
Στό σύντομο κείμενο πού ακολουθεί θά επιδιωχθή νά τονισθούν τά βασικά εκκλησιολογικά σημεία τής πρός Εφεσίους Επιστολής τού Αποστόλου Παύλου, πού έχουν ως αναφορά τήν δόξα τής Εκκλησίας, ως Σώματος τού Χριστού, αλλά καί τήν δόξα τών μελών της ως μελών τού Σώματος τού Χριστού. Πρόκειται γιά μιά επιστολή μεγαλειώδη, στήν οποία παρουσιάζεται μέ έναν εκπληκτικό τρόπο τό μεγαλείο καί η δόξα τής Εκκλησίας.
1. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΣΩΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ο Υιός καί Λόγος τού Θεού μέ τήν ενανθρώπησή Του προσέλαβε τήν ανθρώπινη φύση τήν οποία ένωσε μέ τήν θεία φύση «α­συγ­χύ­τως, α­τρέ­πτως, α­διαι­ρέ­τως, α­χω­ρί­στως» καί τής οποίας ανθρωπίνης φύσεως υπόσταση είναι ο Λόγος. Η ανθρώπινη φύση πού προσλήφθηκε από τόν Λόγο θεώθηκε «άμα τή προσλήψει», ελευθερώθηκε από τήν φθαρτότητα καί θνητότητα πού προσέλαβε ο Υιός καί Λόγος τού Θεού εκουσίως μέ τήν Ανάσταση καί τήν Ανάληψή Του καί βρίσκεται εκ δεξιών τού Πατρός μετέχοντας στήν δόξα Του. Αυτό σημαίνει ότι μετά τήν ενανθρώπηση καί τήν Ανάσταση τού Χριστού καί αυτό τό Σώμα τού Χριστού έγινε πηγή τής Ακτίστου Χάριτος τού Θεού.
Συμμετοχή τής ανθρώπινης φύσεως τού Χριστού στήν δόξα τού Θεού σημαίνει μετοχή υποστατικώς στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού, στό άκτιστο Φώς τής θεότητος, αφού αυτό τό Φώς είναι η δόξα τού Θεού.
Έτσι ο Χριστός είναι η Κεφαλή τής Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος διακηρύσσει ότι ο Θεός Πατήρ έθεσε τόν Χριστόν «κεφαλήν υπέρ πάντα τή εκκλησία, ήτις εστί τό σώμα αυτού, τό πλήρωμα τού τά πάντα εν πάσι πληρουμένου» (Εφ. α', 22-23). Η φράση πού χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος περί τής Εκκλησίας ως Σώματος τού Χριστού δέν είναι συμβολική καί αισθητική, ούτε τήν προσέλαβε από τίς φιλοσοφικές καί κοινωνικές αντιλήψεις τής εποχής του, αλλά είναι αποκαλυπτική. Ο ίδιος είδε επανειλημμένως τόν σεσαρκωμένο Χριστό εν τή δόξη Του, όπως οι τρείς Μαθητές στό Όρος Θαβώρ καί ασφαλώς, φωτιζόμενος κατά τήν κατάσταση τής θεωρίας, είδε καί τό δικό του σώμα φωτεινό, ως μέλος τού Σώματος τού Χριστού.
Η βάση τής εκκλησιαστικής ζωής είναι η θεία Ευχαριστία, μέσα στήν οποία γνωρίζουμε εν τοίς πράγμασιν ότι η Εκκλησία είναι τό Σώμα τού Χριστού, γιατί μετά τήν θεία Κοινωνία, ύστερα από τίς απαραίτητες προϋποθέσεις, ομολογούμε «είδομεν τό φώς τό αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες, αύτη γάρ ημάς έσωσεν».
Βεβαίως, στήν πρός Εφεσίους Επιστολή δέν γίνεται κάποια αναφορά στό μυστήριο τής θείας Ευχαριστίας, αλλά υπονοείται τό «πνεύμα» της. Αυτό φαίνεται καί από τό πρώτο κεφάλαιο, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τόν Πατέρα πού μάς ευλόγησε μέ κάθε πνευματική ευλογία, μάς εξέλεξε πρό καταβολής κόσμου νά είμαστε άγιοι καί άμωμοι, μάς προόρισε «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού», μάς εχαρίτωσε «εν τώ ηγαπημένω», μάς συγχώρεσε τά παραπτώματα μέ τό Αίμα τού Υιού Του, μάς εγνώρισε τό μυστήριο τού θελήματός Του, ανακεφαλαίωσε «τά πάντα εν τώ Χριστώ», μάς εσφράγισε μέ τό Άγιον Πνεύμα, πού είναι ο αρραβών τής κληρονομίας (Εφ. α', 1-14).
Όλος αυτός ο ύμνος είναι στήν πραγματικότητα ευχαριστιακός καί είναι απαύγασμα τής θείας Λειτουργίας, αφού μάς υπενθυμίζει τήν ευχή τής αναφοράς πού είναι τό κεντρικό σημείο τής θείας Ευχαριστίας καί είναι προσευχή-δοξολογία πρός τόν Πατέρα γιά τήν μεγάλη Του δωρεά πρός εμάς, πού φανερώθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Υιού Του.
2. ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΩΣ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Εφ' όσον καί τό ανθρώπινο Σώμα πού προσέλαβε ο Υιός καί Λόγος τού Θεού είναι πηγή τής ακτίστου δόξης Του, αυτό σημαίνει ότι καί οι Χριστιανοί πού μέ τά άγια μυστήρια γίνονται μέλη τού Σώματος τού Χριστού μετέχουν αυτής τής δόξης τής Βασιλείας, δηλαδή τού ακτίστου Φωτός, κατά διαφόρους βαθμούς. Δέν είναι μέλη τού μυστικού Σώματος τού Χριστού, αλλά τού πραγματικού καί δοξασμένου Σώματος τού Χριστού. Η κοινωνία τών πιστών μέ τόν Χριστό δέν είναι ιδεολογική, στοχαστική, συναισθηματική, ηθική, αλλά πραγματική, διότι «μέλη εσμέν τού σώματος αυτού, εκ τής σαρκός αυτού καί εκ τών οστέων αυτού» (Εφ. ε', 30).
Οι Χριστιανοί, ως μέλη τού Σώματος τού Χριστού, μετέχουν τού Φωτός τής δόξης Του καί ζούν κατά Χριστόν. Φώς καί ζωή είναι διαμετρικά αντίθετα από τό σκότος καί τήν νέκρωση. Πρίν τήν ένταξή τους στό Σώμα τού Χριστού διά τού Βαπτίσματος-Χρίσματος ήταν νεκροί καί ζούσαν στό σκότος, ενώ μετά τήν ένταξή τους είναι ζώντες εν Χριστώ (Εφ. β', 1-6) καί μετέχουν τού Φωτός τής δόξης τού Θεού (Εφ. ε', 😎.
Έπειτα, οι πνευματικές διακονίες τών Αποστόλων, Προφητών, Ευαγγελιστών, Ποιμένων καί Διδασκάλων γίνονται «πρός τόν καταρτισμόν τών αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν τού σώματος τού Χριστού», έως ότου φθάσουν όλοι «εις τήν ενότητα τής πίστεως καί τής επιγνώσεως τού υιού τού Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας τού πληρώματος τού Χριστού» (Εφ. δ', 12-13). Ο σκοπός τών διακονιών μέσα στήν Εκκλησία αποβλέπει στήν θέωση τών πιστών, στήν μετοχή τής δόξης τού Θεού, πού προσφέρει τήν γνώση τού Χριστού.
Οι Χριστιανοί ως μέλη τού ενδόξου Σώματος τού Χριστού καί ως μέλη τής Εκκλησίας δέν είναι «ξένοι καί πάροικοι, αλλά συμπολίται τών αγίων καί οικείοι τού Θεού» (Εφ. β', 19), αφού οι άγιοι ζούν μέσα στό Φώς τού Θεού.
3. Η ΗΣΥΧΑΣΤΙΚΗ-ΝΗΠΤΙΚΗ ΖΩΗ
Η μετοχή τών Χριστιανών στό ένδοξο Σώμα τού Χριστού δέν γίνεται απροϋπόθετα. Βασική προϋπόθεση είναι η μυστηριακή ζωή (Βάπτισμα-Χρίσμα-θεία Κοινωνία), αλλά καί η νηπτική-ησυχαστική ζωή.
Η ησυχαστική ζωή δέν είναι εφεύρεση τών αγίων Πατέρων στήν μεταγενέστερη ιστορία τής Εκκλησίας, αλλά είναι η ευαγγελική ζωή. Στήν πρός Εφεσίους Επιστολή γίνεται λόγος γιά νού, διάνοια καί καρδία, γιά τόν παλαιόν καί τόν νέον άνθρωπον (Εφ. δ', 17-24), γιά τόν έσω άνθρωπον πού κραταιώνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα καί γιά τήν καρδία στήν οποία κατοικεί ο Χριστός διά τής πίστεως (Εφ. γ', 16-17). Επίσης, γίνεται λόγος γιά τήν εσωτερική καρδιακή προσευχή πού γίνεται στήν καρδιά μέ ψαλμούς καί ύμνους καί ωδές πνευματικές (Εφ. ε', 19) καί όλος αυτός ο τρόπος ζωής δείχνει τό πώς ακριβώς πρέπει νά πορεύονται οι Χριστιανοί, «μή ως άσοφοι, αλλ' ως σοφοί», καί φανερώνει τήν πλήρωσή τους από τό Άγιον Πνεύμα (Εφ. ε', 15-18).
Μέσα από αυτήν τήν μυστηριακή καί ησυχαστική ζωή στό ένδοξο Σώμα τής Εκκλησίας εξετάζονται όλες οι άλλες εκδηλώσεις τών Χριστιανών, όπως οι σχέσεις ανδρών καί γυναικών στόν γάμο (Εφ. ε', 22-35), οι σχέσεις τέκνων καί γονέων (Εφ. στ', 1-4), οι σχέσεις μεταξύ δούλων καί κυρίων (Εφ. στ', 5-9), καθώς επίσης καί όλη η αναστροφή τών Χριστιανών μεταξύ τους (Εφ. δ', 15 – ε', 14).
4. ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ
Ο εκτός τής Εκκλησίας κόσμος είναι ο κόσμος τής πτώσεως, στόν οποίον κυριαρχεί ο διάβολος. Οι Χριστιανοί ζώντες μέσα στήν Εκκλησία, ελευθερώθηκαν από τήν αμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο, αλλ' όμως δέχονται επιρροές από τίς ενέργειές του, γι' αυτό θά πρέπει συνεχώς νά ανθίστανται στίς προκλήσεις πού προέρχονται από αυτόν. Μέ τήν δύναμη τού Χριστού πρέπει νά αγωνίζωνται «πρός τούς κοσμοκράτορας τού σκότους τού αιώνος τούτου», «πρός τάς μεθοδείας τού διαβόλου», καί νά αντιμετωπίζουν «τά βέλη τού πονηρού τά πεπυρωμένα». Γι' αυτό θά πρέπει νά αναλάβουν «τήν πανοπλίαν τού Θεού» (Εφ. στ', 10-17) καί νά ζούν ως πολεμιστές.
Τά όπλα τής πνευματικής αυτής πανοπλίας είναι αμυντικά καί επιθετικά, αλλά συγχρόνως οι Χριστιανοί δέν πρέπει νά παραλείπουν τήν αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, συνδυασμένη μέ τήν νήψη, θά πρέπει νά διάγουν «διά πάσης προσευχής καί δεήσεως, προσευχόμενοι εν παντί καιρώ εν Πνεύματι, καί εις αυτό τούτο αγρυπνούντες εν πάση προσκαρτερήσει καί δεήσει περί πάντων τών αγίων» (Εφ. στ', 18).
Από τά ανωτέρω φαίνεται ότι οι Χριστιανοί είναι τά μέλη τού ενδόξου Σώματος τού Χριστού, πού είναι η Εκκλησία, αλλά ταυτοχρόνως είναι καί πολεμιστές εναντίον τού διαβόλου. Οι δύο αυτές έννοιες (μέλη τού Σώματος τού Χριστού καί πολεμιστές) δείχνουν ποιός είναι ο σκοπός τών Χριστιανών πού ζούν μέσα στήν Εκκλησία μέ τά Μυστήρια καί τήν κατά Χριστόν άσκηση.
Έχει γραφή πολύ χαρακτηριστικά: «Η Εκκλησία έχει δύο όψεις, μιά θετική –αγάπη, ενότητα καί κοινωνία τής αθανασίας μέ τούς άλλους καί μέ τούς αγίους εν Χριστώ– καί μιά αρνητική –τόν πόλεμο τού Σατανά καί τών δυνάμεών του, πού έχει ήδη ηττηθή στήν σάρκα τού Χριστού από αυτούς πού ζούν εν Χριστώ πέρα από τόν θάνατο, περιμένοντας τήν γενική ανάσταση, τήν τελική καί ολοκληρωμένη νίκη τού Θεού επί τού Σατανά». Κατά συνέπειαν «η Χριστολογία είναι η θετική όψη τής Εκκλησίας, αλλά ρυθμίζεται από τήν βιβλική δαιμονολογία, η οποία είναι ένας σημαντικός αρνητικός παράγοντας πού καθορίζει καί τήν Χριστολογία καί τήν Εκκλησιολογία» (π. Ιωάννης Ρωμανίδης).
Οι Χριστιανοί πρίν τό Βάπτισμα ευρίσκονταν κάτω από τήν επίδραση τού διαβόλου, στήν συνέχεια όμως αναγεννήθηκαν από τόν Χριστό καί βεβαίως σέ όλη τήν ζωή τους πρέπει νά αγωνίζωνται εναντίον τού Σατανά. Οπότε, όσοι βιώνουν τήν αρνητική «όψη» τής Εκκλησίας, δηλαδή όσοι αγωνίζονται εναντίον τού διαβόλου καί εναντίον τών παθών τους, αυτοί αντιλαμβάνονται καί βιώνουν τήν θετική όψη τής Εκκλησίας, δηλαδή τί είναι ο Χριστός καί πώς μπορεί κανείς νά συμμετάσχη στήν δόξα Του μέσα στήν Εκκλησία. Αυτό βιώνεται καί αντίστροφα, δηλαδή όποιος γεύεται τής κοινωνίας μέ τόν Χριστό, αντιμετωπίζει μέ ευχέρεια τίς επιθέσεις τού διαβόλου. Άν κανείς αρνήται τήν δαιμονολογία καί δέν πολεμά εναντίον τών μεθοδειών τού διαβόλου, αυτός δέν μπορεί νά ζήση τήν Χριστολογία, καί κατ' επέκταση δέν μπορεί νά είναι πραγματικό μέλος τής Εκκλησίας.
Η πρός Εφεσίους Επιστολή τού Αποστόλου Παύλου, πού εκφράζει εκπληκτικά τήν δόξα τής Εκκλησίας καί τήν δόξα τών μελών της είναι γραμμένη μέσα στήν φυλακή, στήν οποία βρισκόταν τότε ο Απόστολος (Εφ. στ', 19-20), αλλά δέν εκφράζει σέ τίποτε τήν ατμόσφαιρα τής φυλακής, αφού εκεί ο Απόστολος Παύλος ζούσε εμπειρικά «τό μυστήριον τού Χριστού» (Εφ. γ', 3-4), γνώριζε «τό μυστήριον τού θελήματος αυτού» (Εφ. α', 9) καί ήθελε νά μεταδώση καί στούς ανθρώπους τής φυλακής «τό μυστήριον τού ευαγγελίου» (Εφ. στ', 19). Η φυλακή δέν μείωσε καθόλου από τόν Απόστολο Παύλο τήν εμπειρική γνώση τής δόξης τής Εκκλησίας, όπως καί η κάθε σύγχρονη «φυλακή», πού ζή ο καθένας μας, δέν μπορεί νά μάς εμποδίση νά γνωρίσουμε καί νά ζήσουμε τήν δόξα τής Εκκλησίας, ως Σώματος τού Χριστού, τό μυστήριο τού Χριστού καί τό μυστήριο τής Εκκλησίας καί νά υποστούμε τήν θεία αλλοίωση.

Η αθανασία του ανθρώπου - Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 

Η αθανασία του ανθρώπου ξεκινά από τη σύλληψή του, μέσα στην κοιλιά της μητέρας του. Και πότε αρχίζει ο παράδεισος και η κόλαση του ανθρώπου; Από την ελεύθερη επιλογή για το Θεϊκό αγαθό ή για το δαιμονικό κακό, για τον Θεό ή για τον διάβολο. Και ο παράδεισος μα και η κόλαση του ανθρώπου, αρχίζουν εδώ από τη γη, για να συνεχιστούν αιώνια στην άλλη Ζωή.
Τί είναι ο παράδεισος; Είναι η αίσθηση της παρουσίας του Θεού.
Άμα ο άνθρωπος αισθάνεται εντός του τον Θεό, είναι ήδη στον παράδεισο, γιατί όπου είναι ο Θεός εκεί είναι και η Βασιλεία του Θεού, εκεί και ο παράδεισος.

Προσευχή - Γέροντας Εφραίμ της Αριζόνας

 

Παιδιά μου Κάνουμε την προσευχή μας το πρωί, γιατί η προσευχή μας δίνει φως κι αυτό το φως θα φεγγη μπροστά μας όλη τη μέρα
Ξεκινούμε άλλοι για δουλειά, άλλοι για σχολεία .
Θα πρέπει εν συνεχεία να μην αφήσουμε τη μνήμη του Θεού. Ποια είναι η μνήμη του Θεού; Το "Κυριε Ιησού Χριστέ ελέησον με"
Στην δουλειά μας να έχουμε προσοχή. Εκεί εργάζονται πολλοί άνθρωποι που λένε πάρα πολύ άσχημα λόγια, διότι είναι σε εμπαθή κατάσταση κ δεν μελετούν τίποτα άλλο από τα εφήμερα, από τα προσωρινά κ από τα ηδονικα της ζωής.
Όταν προσέχει ο άνθρωπος της προσευχής, δεν συμμετέχει και δεν τους ακολουθεί.
Τους λυπάται και προσεύχεται για αυτούς να τους φωτίσει ο Θεός.
Και το απόγευμα πριν από τον βραδινό υπνο να γονατίζουμε και να προσφέρουμε τις προσευχές μας στον Θεό
Και κατά τις ώρες της ημέρας ή και της νύχτας να ανοίξουμε την Καινή Διαθήκη, να διαβάσουμε λίγο.
Διότι ο Ιερός Χρυσόστομος λέγει, οτι σε όποιο σπίτι υπάρχει το Ιερόν Ευαγγέλιον, ο διάβολος φευγει.

Το πάθος της ακδίας - Άγιος Νείλος Σόρσκυ

Ἐὰν μᾶς αἰχμαλωτίσει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα πάθη ἡ ἀκηδία, τότε ἡ ψυχὴ μας εὑρίσκεται σὲ μεγάλο ἀγώνα. Εἶναι πολὺ φοβερὸ αὐτὸ τὸ πονηρὸ πνεῦμα. Συγγενεύει πολὺ μὲ τὸ πνεῦμα τῆς λύπης καὶ νικᾶ ἰδιαίτερα αὐτοὺς ποὺ εὑρίσκονται στὴ μοναξιά. Ὅταν ἐγερθοῦν πελώρια τὰ κύματα λογισμῶν καὶ παθῶν ἐναντίον τῆς ψυχῆς, ἐκείνη τὴν ὥρα ὁ ἄνθρωπος νομίζει ὅτι δὲν θὰ λυτρωθεῖ οὐδέποτε ἀπ’ αὐτά. Ὁ νοητὸς ἐχθρός τοῦ ἐπιφέρει παντὸς εἴδους λογισμοὺς καὶ σκέψεις ὅτι, ἐὰν σήμερα εἶναι τόσο ἄσχημα, αὔριο θὰ εἶναι χειρότερα καὶ μεθαύριο ἀκόμη χειρότερα. Ἔτσι τοῦ σφυρίζει στὸ νοῦ ὅτι ἐγκαταλείφθηκε ἀπὸ τὸν Θεό, ὅτι τοῦ συμβαίνουν αὐτὰ ἐπειδὴ δὲν τὸν φροντίζει ὁ Θεός, ὅτι αὐτὰ συμβαίνουν μόνον σ’ αὐτὸν καὶ σὲ κανέναν ἄλλον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι!
Διότι οχι μόνο σὲ ἐμᾶς τοὺς ἁμαρτωλοὺς συμβαίνουν αὐτά, ἀλλὰ καὶ στοὺς ἁγίους Του, οἱ ὁποῖοι διὰ μέσου τῶν αἰώνων εὐαρέστησαν τὸν Θεὸ καὶ γνώρισαν ὅτι εἶναι φιλάνθρωπος Θεὸς καὶ Πατέρας καὶ ὅτι ἀπὸ ἀγάπη καὶ γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν μᾶς παιδεύει μὲ τὴν πνευματική Του ράβδο. Μετὰ ὅμως ἀπ’ αὐτά, γρήγορα καὶ ἀναμφίβολα ἔρχεται ἡ ἀλλοίωση, ἡ ψυχικὴ ἀποκατάσταση καὶ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐνῶ σὲ ἐκείνη τὴ δύσκολη στιγμὴ δίνουν στὸν ἄνθρωπο ὅλα τὴν ἐντύπωση ὅτι δὲν θὰ μπορέσει νὰ νικήσει τὸ πανδαιμόνιο τῶν λογισμῶν καὶ παθῶν του, καὶ ὅλες οἱ ἀρετὲς τοῦ φαίνονται ἀκατόρθωτες καὶ μισητές, λόγω ἐπενέργειας τοῦ σατανᾶ, μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἀκολουθεῖ ἡ θεία ἀλλοίωση.
Ὅλα του φαίνονται εὐχάριστα καὶ ὅτι οἱ λυπηρὲς καταστάσεις δὲν εἶναι τίποτε μπροστὰ σ’ αὐτὴ τὴν εἰρήνη καὶ εὐλογία τῆς ἐπισκέψεως τῆς θείας Χάριτος. Ἐπὶ πλέον γίνεται περισσότερο πρόθυμος γιὰ τὶς ἀρετές, ἐξίσταται ἀπ’ αὐτὴ τὴν πνευματικὴ μεταβολὴ καὶ παίρνει ἀπόφαση, σὲ καμμία περίπτωση νὰ μὴν παρεκκλίνει ἀπὸ τὴν ὁδὸ τῶν ἀρετῶν. Ἀντιλαμβάνεται ἀκόμη ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεος Του οικονομεῖ αὐτά τὰ πράγματα, πρὸς ὠφέλεια καὶ δοκιμασία του. Γι’ αὐτὸ αἰσθάνεται ὅτι περιβάλλεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅτι Αὐτὸς εἶναι πάντοτε κοντὰ στοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς καὶ ὄτι ουδεποτε ἐπιτρέπει νὰ πειρασθοῦμε περισσότερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, διότι χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ Θεοῦ, ὁ νοητὸς ἐχθρὸς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς κάνει κανένα κακό. Διότι δὲν εἶναι στὸ θέλημα τῆς ψυχῆς μας νὰ πειρασθεῖ λίγο ἢ πολύ, ἀλλὰ στὸ θέλημα καὶ τὴν ἄδεια τοῦ Θεοῦ.
Μὲ αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες, ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανός γινεται σοφὸς ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, καὶ βλέποντας αὐτὲς τὶς ἐναλλαγὲς τῆς Χάριτος στὴν ψυχή του, ὑπομένει καρτερικά τὶς διάφορες δοκιμασίες. Μὲ αὐτὲς ὁ μοναχὸς ἐκφράζει τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεό, ὅταν τὶς ὑπομένει, καὶ σιγὰ-σιγά προοδευει πνευματικά. Διότι τίποτε δὲν προκαλεῖ στὸν μοναχὸ τόσους στεφάνους, ὅσο ὁ ἀγώνας κατὰ τῆς ἀκηδίας, ἐὰν ἀσκηθεῖ χωρὶς χρονοτριβῆ στὴν ἱερὴ ἐργασία, λέει ὀ άγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος.
Κατὰ τὴν περίοδο τοῦ ἀδυσώπητου πολέμου, πρέπει νὰ ἐξοπλιστοῦμε ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς αχαριστίας και βλασφημίας, διότι μὲ αὐτὰ τὰ ὄπλα μᾶς πολεμᾶ ὁ ἐχθρὸς τὴν ὥρα ἐκείνη. Ὁ σατανᾶς κυριεύει τότε τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν ἀμφιβολία καὶ τὸ φόβο καὶ τοῦ ρίχνει σὰν βέλη τοὺς λογισμούς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεηθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, νὰ ἀποκτήσει τὴ συγχώρηση, νὰ λυτρωθεῖ καὶ σωθεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα τῆς αἰωνίου κολάσεως. Μάλιστα καὶ ἄλλους λογισμοὺς τοῦ ὑπαγορεύει, τοὺς ὁποίους δὲν μπορῶ νὰ γράψω. Μὰ καὶ ἐὰν θελήσει νὰ διαβάσει ἢ νὰ ἐργασθεῖ, δὲν τὸν ἀφήνει ὁ πειρασμός. Γι’ αὐτό, τὴν ὥρα ἐκείνη να διώχνουμε μὲ δύναμη ἀπὸ κοντά μας τὴν ἀπελπισία καὶ νὰ μὴν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν προσευχή.
Νὰ πίπτουμε γιὰ προσευχὴ μὲ τὸ πρόσωπό μας στὴ γῆ, διότι πολὺ ὠφελεῖ αὐτὴ ἡ στάση τοῦ σώματός μας καὶ νὰ προσευχόμαστε, ὅπως λέγει ὀ Μέγας Βαρσανούφιος: «Κύριε, βοήθησέ μὲ τὸν ἁμαρτωλό· Θεέ μου, βλέπε τὴν λύπη μου καὶ ἐλέησόν με!» Ἢ ὅπως διδάσκει ὀ άγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος: «Δέσποτα, μὴ μὲ ἀφήνεις νὰ πειρασθῶ περισσότερο ἀπὸ τὶς δυνάμεις μου, οὔτε μὲ τὴν λύπη οὔτε μὲ τὸν ψυχικὸ πόνο, ἀλλὰ λύτρωσε μὲ καὶ δός μου δύναμη, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ τὰ ὑπομένω μὲ εὐχαριστία».Ἢ ἀφοῦ ὑψώσουμε τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια μας στὸν οὐρανό, νὰ προσευχηθοῦμε, ὅπως διδάσκει ὁ μακάριος Γρηγοριος ὁ Σιναΐτης γι’ αὐτὰ τὰ πάθη, τὴν ἀκηδία καὶ πορνεία, τὰ ὁποία θεωρεῖ τὰ χειρότερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα.
Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἀγωνιζόμενοι, νὰ ἀναγκάζουμε τὸν ἑαυτό μας, ὅσο εἶναι δυνατόν, στήν ανάγνωση καὶ στὸ ἐργόχειρο, τὰ ὁποία βοηθοῦν πολὺ στὴν ὥρα αὐτοῦ του πολέμου. Μερικὲς φορὲς συμβαίνει ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανὸς νὰ μὴν ἀφήνει καθόλου νὰ πλησιάσει οὔτε ἕνα πάθος στὴ ψυχή του. Τότε εἶναι μεγάλη ἀνάγκη καὶ εὐκαιρία νὰ ἐπιδοθεῖ μὲ ὅλη τὴ δύναμη τῆς καρδιᾶς του στὴν προσευχή.
Ἐνῶ γιὰ τὴν καταπολέμηση τοῦ πνεύματος τῆς ἀχαριστίας καὶ βλασφημίας νὰ λέμε τὰ ἑξῆς: «Φύγε ἀπὸ κοντά μου, σατανᾶ! Τὸν Κύριο καὶ Θεό μου προσκυνῶ καὶ μόνο Αὐτὸν ὑπηρετῶ, καὶ ὅλους τους πόνους καὶ τὶς θλίψεις τὰ δέχομαι μὲ εὐχαριστία, διότι στέλνονται ἀπ’ Αὐτόν, γιὰ τὴ λύση τῶν ἁμαρτημάτων μου. Ἰδοὺ τί λέει ὀ Προφήτης Μιχαίας: «Ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω ὅτι ἥμαρτον αὐτῶ» (7, 9). Ἐνῶ ἡ ἀχαριστία καὶ βλασφημία θὰ ἐπιστρέψουν στὴν κεφαλή σου καὶ γρήγορα αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβεις. Ἀπομακρύνσου λοιπόν, ἀπὸ μένα. Νὰ σὲ καταστρέψει ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος μὲ δημιούργησε κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή Του».
Ἐὰν καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὰ τὰ λόγια σὲ ἐνοχλήσει πάλι, ἀσχολήσου μὲ κάποιο ἐξωτερικὸ – ὑλικὸ ἢ πνευματικὸ ἔργο, τὸ ὁποῖο θὰ σὲ ἐνισχύσει στην υπομονὴ καὶ την ελπίδα, διότι ἀπ’ αὐτὰ πρέπει νὰ πιαστεῖ ἡ ψυχή, ποὺ θέλει νὰ εὐαρεστήσει τὸν Θεό, ὅπως γράφει ὀ άγιος Μακάριος. Χρειάζεται ὅμως προσοχὴ στὴν ἐπιλογὴ ἀπασχολήσεως τῶν ἐξωτερικῶν ἔργων, διότι μὲ αὐτὰ πολλὲς φορὲς μπλέκει καὶ τὶς παγίδες τοῦ ὁ διάβολος γιὰ νὰ μᾶς φέρει στὴν ἀκηδία καὶ νὰ ἀπομακρύνει τὴν ψυχή μας ἀπὸ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Ὄμως ο Θεὸς οὐδέποτε ἐγκαταλείπει τὴν ψυχή, ἡ ὁποία ἐλπίζει σ’ Αὐτόν, νὰ πειρασθεῖ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών της, ἀφοῦ ὁ Ἴδιος γνωρίζει ὅλες τὶς ἀδυναμίες μας.
Διότι, ἐὰν οἱ ἄνθρωποι γνωρίζουν πόσο φορτίο μπορεῖ νὰ σηκώσει ὁ ἡμίονος, πόσο ὁ ὄνος, πόσο ἡ καμήλα καὶ βάζει στὸ καθένα, ὅσο μπορεῖ μόνο νὰ μεταφέρει, κατὰ παρόμοιο τρόπο καὶ ὁ ἀγγειοπλάστης, γνωρίζει σὲ πόση φωτιὰ θὰ ψήσει τὰ πήλινα σκεύη του, διότι μὲ τὴν περισσότερη φωτιὰ θὰ σπάσουν, οὔτε πάλι θὰ τὰ βγάλει ἀπὸ τὸν φοῦρνο πρὶν τὴν κανονικὴ ὥρα τους, διότι θὰ εἶναι ἄχρηστα. Ἐάν, λοιπόν, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τόση σύνεση, πόσο μᾶλλον περισσότερη καὶ ἀμέτρητη εἶναι ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποίος γνωριζει ποιοὶ πειρασμοὶ καὶ πόσοι πολεμοῦν τὴν κάθε μία ψυχή προκειμενου νὰ τὴν καταστήσουν ἄξια γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ; Καὶ ὄχι μόνο θὰ ἀξιωθεῖ τῆς μελλούσης ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν, ἀλλὰ καὶ ἐδῶ λαμβάνει τὶς παρακλήσεις τοῦ Παναγίου Πνεύματος.
Ὅλα αὐτά, ἀφοῦ τὰ γνωρίζουμε καλά, νὰ ὑπομένουμε με γενναιοψυχία και σιωπή στο κελλί μας. Μερικὲς φορὲς ὅμως ὁ ἄνθρωπος ὠφελεῖται περισσότερο ἀπὸ τὴν συνομιλία μὲ ἄλλους, ὅπως λέγει ὀ Μέγας Βασίλειος. «Πολλὲς φορές, ὅταν εἴμεθα σὲ ἀκηδία, ἡ ἀκατηγόρητη ἐπίσκεψή μας σὲ ἄλλους ἀδελφοὺς καὶ σὲ κατάλληλο καιρὸ καὶ ἡ συζήτηση μαζί τους, μπορεῖ νὰ ἐξαφανίσει σὲ κάποιο μέτρο τὸ πάθος τῆς ἀκηδίας». Ἔτσι λοιπόν, ὁ ἀγωνιστής, ἀφοῦ ἐνδυναμώνεται σταδιακὰ μὲ τὴν Θεία Χάρι καὶ τὴν προσωπική του ἐμπειρία, ἐπιδίδεται μὲ περισσότερο πόθο στὸν καλὸν ἀγώνα τῶν ἀρετῶν. Ἀλλὰ ἡ ἐν ἡσυχίᾳ ὑπομονὴ εἶναι ὠφελιμότερη, λέγουν οἱ Πατέρες, οἱ ὁποῖοι τὰ γνώρισαν αὐτὰ μὲ τὸν προσωπικό τους ἀγώνα.
(Περί νοεράς εργασίας, εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», σ. 64-74)

Ο Χριστός και η Ευρώπη - Άγιος Νικόλαος Βελομίρτοβιτς

 

Ὁ Χριστός μέ τή διδασκαλία του συνέβαλε στήν πρόοδο τῆς Εὐρώπης; Ἡ Εὐρώπη εὐχαρίστησε τόν Χριστό;
Ἀδελφοί μου, αὐτά τά ἐρωτήματα μποροῦν νά ἀποτελέσουν θέμα μελέτης και διδαχῆς. Τί προσέφερε ὁ Χριστός στην Εὐρώπη;
Οἱ εὐρωπαῖοι ἀνέμεναν πολλά ἀπό τόν Χριστό καί Αὐτός τούς ἔδωσε περισσότερα ἀπό ὅσα ἐκεῖνοι περίμεναν. Τούς πρόσφερε τά πάντα.
Ὁ Χριστός ἀπάλλαξε τήν Εὐρώπη ἀπό τόν σκοταδισμό τῆς ἀθεΐας καί τήν μωρία τῆς εἰδωλολατρίας. Αὐτή ἡ φράση εἶναι σημαντική γιά ὅποιον μπορεῖ νά καταλάβει τί εἶναι εἰδωλολατρία καί τί εἶναι ἀθεΐα. Γιά ὅποιον δέν μπορεῖ νά τήν κατανοήσει θά τήν ἐξηγήσω περισσότερο.
Ὁ καιρός τῆς ἀθεΐας καί τῆς εἰδωλολατρίας στήν Εὐρώπη ἦταν μία περίοδος σκοταδισμοῦ. Μιά κατάσταση παρόμοια μ᾽ αὐτήν πού ὑπάρχει στίς μαῦρες φυλές, πού ζοῦν στήν Ἀφρική.
Ἀθεΐα καί εἰδωλολατρία σήμαινε: Θεολογία δίχως τόν ἀληθινό Θεό, γάμοι χωρίς ἠθική καί κοινωνία δίχως εὐσπλαχνία για τόν συνάνθρωπο. Μέ μιά λέξη ἀθεΐα καί εἰδωλολατρία σήμαινε ζωή χωρίς οὐσία καί θάνατο χωρίς ἐλπίδα.
Παράλληλα ὑπῆρχε συνεχής φόβος γιά θεούς τρομακτικούς, τῶν ὁποίων το θυμό προσπαθοῦσαν νά κατευνάζουν με αἱματηρές θυσίες, εἴτε ζώων εἴτε ἀνθρώπων. Σκοτάδι καί μωρία ἐπικρατοῦσε στις φτωχές χωριάτικες καλύβες, ἀλλά καί στον περίβολο τῶν παλατιῶν.
Ὁ σατανᾶς κυριαρχοῦσε στήν Εὐρώπη μέχρι ὁ Χριστός νά ἐμφανιστεῖ. Ὅλοι οἱ εὐρωπαῖοι ἦταν ἄρρωστοι στήν ψυχή καί στό σῶμα, ὅπως οἱ λεπροί..
Ἄν ἡ περιοχή τῶν Γαδαρηνῶν, πού ἀπό ἀνοησία οἱ κάτοικοί της παρακάλεσαν τον Χριστό νά φύγει, εἶχε τέτοια κατάληξη τι θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη ἡ ὁποία δέν τον παρακαλεῖ, ἀλλά τόν διώχνει ἀπό κακία;
Τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη πού ἐγκατέλειψε τόν Χριστό καί ἐπέστρεψε στον παλαιό, σκοτεινό καί μωρό παγανισμό;
Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα, τί θά συμβεῖ στήν Εὐρώπη, πού ἀρνεῖται τόν Χριστό, ὑπάρχει ἔμμεσα στό Εὐαγγέλιο.
Θά συμβεῖ τό ἴδιο πού συνέβη στήν Καπερναούμ, πού ἦταν πόλη μέ μεγάλο πολιτισμό, πλούσια, ὀργανωμένη, χαρούμενη, περήφανη για τήν ἀκμή της.
Ὁ Χριστός σφράγισε την πορεία της μέ τά παρακάτω λόγια:
Και ἐσύ Καπερναούμ, πού ὑψώθηκες ὥς τά οὐράνια, θά κατεβεῖς στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη.
Πλήν σέ βεβαιώνω πώς ὁ Θεός την ἡμέρα τῆς κρίσεως θά δείξει μεγαλύτερη ἐπιείκεια γιά τά Σόδομα παρά γιά σένα (Ματθ. 11, 23).
Ἀδελφοί μου, ἄν στήν Ἰνδία καί την Κίνα συνέβαιναν τόσα πολλά καί μεγάλα θαύματα ὅπως συνέβησαν στήν Εὐρώπη ἐδῶ καί δύο χιλιάδες χρόνια, ἀπό παλιά θά μετάνοιωναν οἱ κάτοικοί της καί θα γινόντουσαν χριστιανοί.
Στενοχωριέμαι γιά τήν Εὐρώπη, γιατί θά καταστραφεῖ ὅπως ἡ Καπερναούμ.
Οἱ περήφανοι πύργοι της θά γκρεμιστοῦν, θα καταστραφοῦν καί οἱ λεωφόροι της θά μετατραποῦν σέ τόπους πού θά φυτρώσουν θάμνοι μέ ἀγκάθια, ὅπου θά κάνουν τη φωλιά τους τά φίδια.
Στόν τόπο πού τώρα ἀκούγονται φωνές ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, θά ἀκούγονται κραυγές ἀπό κουκουβάγιες καί οὐρλιαχτά ἀπό τσακάλια.
Τή στιγμή πού ἡ Εὐρώπη νόμισε για τόν ἑαυτό της πώς ἐκπολιτίστηκε, τότε ἦταν καί πού ἀγρίεψε.
Τή στιγμή πού νόμισε πώς τά ἤξερε ὅλα, τότε ἦταν και πού παραφρόνησε.
Τήν στιγμή πού νόμισε πώς ἀπέκτησε μεγάλη δύναμη, τότε ἦταν καί πού ἔχασε ὅλη της τή δύναμη..
ΠΗΓΗ: Ἁγίου Νικολάου [Βελιμίροβιτς] Ἐπισκόπου Ἀχρίδος, Μέσα ἀπό τό Παράθυρο τῆς Φυλακῆς. Μηνύματα στό λαό, Ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 2012.

Γιατί συνιστοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νὰ λέμε “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καὶ ὄχι “ἐλέησον ἡμᾶς”; - π. Ιωσήφ Διονυσιατης


«Γιατί συνιστοῦν οἱ Ἅγιοι Πατέρες νὰ λέμε “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” καὶ ὄχι “ἐλέησον ἡμᾶς”, ὅπου τὸ “ἡμᾶς” συμπεριλαμβάνει καὶ τοὺς ἄλλους; Δὲν εἶναι ἐγωιστικὸ νὰ νοιαζόμαστε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀδιαφορώντας γιὰ τοὺς συνανθρώπους μας;»
Οἱ ἅγιοι Πατέρες προτιμοῦν νὰ λέμε στὸν ἑνικὸ τὴν εὐχή, ἐπειδὴ μὲ τὸν λόγο “ἐλέησόν με” (συχνὰ προσθέτουμε καὶ “τὸν ἁμαρτωλόν”) δηλώνουμε συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, ὅπως καὶ ὁ Δαβὶδ στοὺς ψαλμοὺς πολλὲς φορὲς βοᾶ “ἐλέησόν με”, ἐνῶ προσθέτει «ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω» (Ψάλμ. ν’ 5) καὶ «τὴν ἀνομίαν μου ἐγνώρισα καὶ τὴν ἁμαρτίαν μου οὐκ ἐκάλυψα» (Ψάλμ. λὰ’ 5). Τὸ “ἐλέησον με” σημαίνει ἐξομολόγηση, αὐτοέλεγχο, αὐτομεμψία, αὐτοσυναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητας τοῦ προσευχομένου.
Ἀπὸ τὴ συναίσθηση αὐτὴ γεννιέται ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή, οἱ στεναγμοὶ καὶ τὰ δάκρυα, καθὼς καὶ πάλι μαρτυρεῖ ὁ προφητάναξ λέγοντας: «λούσω καθ’ ἕκαστην νύκτα τὴν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τὴν στρωμνήν μου βρέξω» (Ψάλμ. στ’7).
Λέγοντας, ἀδελφέ, τὴ μικρὴ αὐτὴ εὐχὴ (“Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με”), ἐὰν ἐπιθυμεῖς νὰ γνωρίσεις καρποφορία, ὀφείλεις νὰ στέκεσαι καὶ σὺ ὡς ἄλλος Δαβὶδ καὶ ὡς ἄλλος Τελώνης. Ὁ τελευταῖος ἀπὸ τὴν πολλὴ συναίσθηση καὶ τὸ στῆθος ἀκόμη χτυποῦσε, φωνάζοντας: «ὁ Θεός, ἴλασθητί μοι τῷ Ἁμαρτωλῷ!» Κατέβηκε δὲ αὐτὸς δικαιωμένος παρὰ ὁ “δίκαιος” Φαρισαῖος, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ Κυρίου (Λούκ. ἰη’14).
Καὶ δὲν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἴσα-ἴσα, ἐπειδὴ νοιαζόμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, φροντίζουμε τόσο πολὺ γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Ἄκουσε πάλι παράδειγμα:
Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι εἶσαι ἄσημος καὶ μόνος. Ξαφνικά, ἔρχεται κάποιος φίλος σου τὸ ἴδιο ἄσημος καὶ μόνος, ὅπως ἐσύ. Πέφτει στὰ πόδια καὶ σὲ παρακαλεῖ: «Φίλε μου, σὲ παρακαλῶ, τρέξε στοὺς ἰσχυροὺς νὰ παρακαλέσεις γιὰ μένα. Ἔχω μεγάλη ἀνάγκη». Τί θὰ κάνεις; Ὅσο συνδέεται ὁ φίλος σου μὲ τοὺς ἰσχυρούς, ἄλλο τόσο τοὺς ξέρεις καὶ σύ.
Τί βοήθεια νὰ προσφέρεις; Ἀσφαλῶς τίποτε.
Ἂν ὅμως ἀγαπᾶς πραγματικὰ τὸν φίλο σου, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄλλο συνάνθρωπο, θὰ προβληματιστεῖς σοβαρά. Θὰ σκεφθεῖς: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ συνδεθῶ ὁπωσδήποτε μὲ τοὺς ἁρμοδίους. Πρέπει νὰ βοηθήσω. Θὰ τρέξω λοιπὸν στὴν πόλη• θὰ σπουδάσω• θὰ μορφωθῶ• θὰ ἀποκτήσω θέσεις, φήμη καὶ καλὸ ὄνομα. Σιγὰ-σιγὰ θὰ συνδεθῶ μὲ τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τότε θὰ μπορῶ ἄνετα νὰ πετύχω αὐτὰ πού θέλω».
Τώρα, νομίζω, κατάλαβες τί ἐννοῶ. Ἂν θέλεις λοιπὸν καὶ σὺ νὰ βοηθήσεις πνευματικά τους συνανθρώπους σου, φρόντισε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς ὁ ἴδιος μὲ τὸν παντοδύναμο Σωτήρα Χριστὸ μὲ μετάνοια, μὲ ἐξομολόγηση καὶ νὰ λὲς μαζὶ μὲ τὸν Δαβὶδ “ἐλέησόν μέ!”
«Ὡραία», θὰ μοῦ πεῖς. «Νὰ κάνω ἔτσι. Ἂς ὑποθέσουμε ὅτι συμφιλιώθηκα καὶ ἐγὼ μὲ τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. “Ε, τότε, ἀπὸ δῶ καὶ πέρα δὲν εἶναι ἐγωισμὸς νὰ συνεχίσω νὰ προσεύχομαι γιὰ τὸν ἑαυτό μου λέγοντας “ἐλέησόν με” καὶ ὄχι “ἐλέησον ἡμᾶς”;
Σωστὴ ἡ παρατήρησή σου, ἄκουσε ὅμως καὶ τὴν ἐξήγηση. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «Καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστὶν καὶ μέλη ἔχει πολλά… ὑμεῖς δὲ ἔστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Ἃ’ Κόρ. Ἰβ’ 12,27). “Ὥστε, κατὰ τὸν “Ἀπόστολο, «ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν» ἀποτελοῦμε μέλη ἑνὸς σώματος, τοῦ ὁποίου κεφαλὴ εἶναι ὁ Χριστός. Λέει πάλι ὁ μέγας Παῦλος: «εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τὰ μέλη» (Α’ Κόρ. Ιβ’26).
Γιὰ παράδειγμα, ἂν ὁ Κώστας νίκησε στὰ 100 ἢ στὰ 400 μέτρα καὶ βραβεύτηκε, δὲν θὰ δώσουμε συγχαρητήρια στὰ πόδια τοῦ Κώστα, ἀλλὰ στὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Ἂν πάλι τυχὸν χτύπησε στὸν ἀγώνα τὸ πόδι του, τότε δὲν πονάει μόνο τὸ πόδι, ἀλλὰ πονάει ὁλόκληρος.
Τὸ ἴδιο καὶ στὰ πνευματικά. Ἂν ἕνα μέλος τῆς Ἐκκλησίας ἁγιάζεται μὲ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες, ἡ ὠφέλεια εἶναι ἄμεση γιὰ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἐφόσον ἀποτελοῦμε ἕνα σῶμα. Ὁ ἁγιασμὸς ἀντανακλᾶ σὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας.
Ὅποιος γεμίσει μέσα του μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ μοιάζει μὲ τὰ οὐράνια σώματα. Ὁ ἥλιος, γιὰ παράδειγμα, εἶναι αὐτόφωτος, ἀλλὰ ἡ σελήνη εἶναι ἑτερόφωτη. Καθὼς λοιπὸν ἡ σελήνη παίρνει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, τὸ διοχετεύει καὶ φωτίζει τὴ ζοφερὴ νύχτα, ἔτσι γεμίζει καὶ ὁ προσευχόμενος μὲ τὸ ἄδυτο φῶς τοῦ Ἥλιου τῆς Δικαιοσύνης Χριστοῦ καὶ τὸ μεταδίδει καὶ στοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθεύδοντας ἀδελφούς του».
Ἄλλα, ὅπως ἡ σελήνη ἁπλώνεται σὲ ὅλη τὴ γῆ, ὅμως τὰ πυκνὰ νέφη ἀναχαιτίζουν τὸ φῶς της, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ποῦ ζεῖ ἢ ἐπιμένει στὴν ἁμαρτία καλύπτεται ἀπὸ ἕνα σύννεφο, τὸ ὅποιο σκοτίζει τὸν νοῦ του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ μέσα τοῦ τὸ φῶς τῆς νοητῆς σελήνης.
Ἂν καὶ σύ, ἀδελφέ, δὲν βλέπεις μέσα σου τὸ φῶς τοῦ νοητοῦ ἥλιου καὶ τῆς σελήνης, δὲν φταίει ὁ ἥλιος οὔτε ἡ σελήνη. Φρόντισε μὲ τὴ μετάνοια νὰ διαλύσεις τὰ ζοφερὰ νέφη καὶ τότε θὰ δεχθεῖς ἄπλετο τὸ φῶς τῶν προσευχῶν τῶν Ἁγίων μέσα σου. Καὶ αὐτὲς εἶναι ἐμπειρίες, πού μόνος σου θὰ διαπιστώσεις. Πρόκειται γιὰ τὰ θαύματα πού βλέπει μέσα τοῦ ὁ κάθε ἀγωνιζόμενος πιστός.
Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς τοῦ Ἄθω γράφει ὅτι, ὅσο στὴ γῆ ὑπάρχουν Ἅγιοι, ὁ κόσμος θὰ στέκει. Ἐὰν ἡ γῆ σταματήσει νὰ παράγει Ἁγίους, τότε ἔφθασε στὸ τέλος της.
Ὅταν ἕνας Ἅγιος λέει μὲ ταπείνωση καὶ μὲ αἴσθημα ἅμαρτωλότητας τὸ “ἐλέησόν με”, αὐξάνει μὲν σὲ ἁγιασμό, αὐξάνει ὅμως καὶ ἡ παρρησία του ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἄλλα ἔχοντας συνείδηση ὅτι ἀποτελεῖ μέλος ἑνὸς σώματος καὶ βλέποντας ὅτι τὰ περισσότερα μέλη τοῦ σώματος, δηλαδὴ οἱ περισσότεροι ἀδελφοί του Χριστιανοί, λόγω τῆς ἁμαρτίας ἀσθενοῦν βαριά, τότε ἀναλαμβάνει στὸν ἑαυτὸ τοῦ τὰ βάρη τῶν ἀδελφῶν καὶ στενάζει σὰν νὰ εἶναι δικά του τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἄλλων. Ἂν μάλιστα πάσχουν καὶ ἄλλα μέλη ἀπὸ σωματικὴ ἢ ψυχικὴ ἀσθένεια, τότε συμπάσχει.
Ἡ εὐχὴ “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με” εἶναι τὸ ρεῦμα ποῦ φορτίζει τὴν μπαταρία.
Πηγὴ εἶναι ὁ Χριστός, μπαταρία εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου. Μὲ τὴ μικρὴ αὔτη εὐχὴ ἡ καρδιὰ φορτίζεται μὲ Χριστό, φορτίζεται συνεπῶς μὲ χριστιανικὲς ἀρετές, φορτίζεται μὲ ζῆλο, μὲ πόθο, μὲ ἔρωτα Χριστοῦ. Πολὺ φορτίζεται; Πολὺ γεμίζει, πολὺ χριστοποιεῖται. Μάλιστα σὲ τέτοιο βαθμό, ποῦ νὰ ἀποκτᾶ, κατὰ τὸν ὄρο τῶν ἁγίων Πατέρων, τὸν “μανικὸν ἔνθεον ἔρωτα”.
Ὅμως ὁ θεῖος αὐτὸς ἔρωτας, κατὰ τοὺς Πατέρες, ἔχει διπλὴ ἰδιότητα: ὅσο περισσότερο ἀγαπᾶμε τὸν Θεό, τόσο περισσότερο ἀγαπᾶμε καὶ τὴν εἰκόνα Του, δηλαδὴ τὸν ἀνθρωπο• καὶ ὅσο περισσότερο συμφιλιωθοῦμε μὲ τὸν Δημιουργό μας, τόσο περισσότερο βοηθοῦμε καὶ τὸ δημιούργημά Του, τὸν συνάνθρωπο.
Λέγοντας ἕνας Ἅγιος τὴν εὐχή, στὸ “ἐλέησόν με” περιλαμβάνει πολλά. “ἐλέησόν με”, ἐννοεῖ: «Στήριξε μὲ στὴν ὁδὸ τοῦ ἁγιασμοῦ, ὅπου Ἐσὺ μὲ ὁδήγησες, μὴν τυχὸν καὶ πέσω», κατὰ τὸν Ἀπόστολο. “ἐλέησον με”, ἐννοεῖ: «Φώτισέ με, ὁδήγησέ με». “ἐλέησόν με”, ἐννοεῖ: «Βλέπεις τὴν ἀγάπη μου, τὴ συμπόνια μου ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου. Ὢ Κύριε, παρακαλῶ, μνήσθητι πεινώντων καὶ διψώντων, μνήσθητι ὅσων πάσχουν ψυχικὰ καὶ σωματικά, ἀπὸ καρκίνο, ἀπὸ ἐγκεφαλικά, ἀπὸ καρδιοπάθειες, ἀπὸ ψυχασθένειες, ἀπὸ διάφορες δαιμονικὲς ἐπιδράσεις. Μνήσθητι ὅσων κινδυνεύουν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ καὶ ἀπὸ κάθε ἐνέδρα τοῦ ἐχθροῦ.
Φύλαξε τοὺς οἰκείους, τοὺς συγγενεῖς, τοὺς ὁμοπίστους, τοὺς ὁμογενεῖς καὶ ὅλο τὸν κόσμο Σου ἀπὸ κάθε ἐπιβουλὴ τοῦ ἀντικειμένου». “ἐλέησόν με”, ἐννοεῖ: «Μνήσθητι πάσης ἐπισκοπῆς Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων καὶ παντός τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ φώτισε νὰ ὀρθοτομοῦν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας». Ἀκόμη, «μνήσθητι πάντων τῶν ἐντειλαμένων εὔχεσθε ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἰδιαιτέρως ὅσων ἔχουν εἰδικὴ ἀνάγκην».
Ἂν θέλεις, θὰ σοὺ πῶ καὶ κάτι ἄλλο, καθὼς τὸ ἔμαθα ἀπὸ τὸν ἀείμνηστο Γέροντά μου. «Πολλὲς φορές», ἔλεγε, «ἡ μπαταρία γεμίζει καὶ ξεχειλάει». Τότε παύει αὐτὴ ἡ εὐχούλα καὶ ὡς ἄλλος ὁδηγὸς φωτίζει τὸν νοῦ. Ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται ἔντονα τὴ Θεία Παρουσία, τὰ μέλη παραλύουν καί, πέφτοντας στὰ πόδια τοῦ γλυκύτατου Ἰησοῦ, ἀναλύεται σὲ ἕναν ποταμὸ δακρύων. Ἄλλοτε πάλι, σιωπᾶ ἀπὸ δέος καὶ θαυμασμὸ ἢ ψελλίζει ἐρωτικὰ ὅ,τι τὴ στιγμὴ ἐκείνη τὴ διδάσκει ὁ ἔνθεος ἔρωτας, δηλαδὴ τὸ Πανάγιο Πνεῦμα.
Καὶ ἀφοῦ κορεσθεῖ ἢ ψυχὴ ἀπὸ θεία ἀγάπη, τότε αὐτὴ ἡ ἴδια ἀγάπη, μὲ τὴ διπλή της ἰδιότητα, στρέφει τὸ βλέμμα πρὸς τοὺς ἀδελφούς της. Τί εὐκαιρία! Εἶναι μοναδικὴ ἡ εὐκαιρία τώρα ποῦ κρατᾶ στὰ χέρια τὸν Ποθούμενο καὶ Παντοδύναμο.
Καὶ λέει: «Ὢ γλυκύτατε Ἰησοῦ, φῶς τῆς ψυχῆς μου, ὁ μόνος πραγματικὸς ἔρως! Ἐγὼ μὲν αἰσθάνομαι αὐτὴ τὴ στιγμὴ ἐλεημένος καὶ πανευτυχής, ὅμως ἕνα κέντρο μὲ κεντᾶ. Μαζὶ μὲ τὴν ἀγάπη, ἔχω μέσα μου ἕναν ἄλλο τόσο πόνο. Βλέπω τοὺς ἀδελφούς μου, βλέπω τὴν Ἐκκλησία μας, βλέπω τοὺς ἀνθρώπους πού πάσχουν, καὶ δὲν ἀντέχω. Συμπονῶ καὶ συμπάσχω. Γι’ αὐτὸ σὲ ἱκετεύω, ὡς Πανάγαθος καὶ Παντοδύναμος, βοήθησέ τους. Φταῖνε; Τὸ παραδέχομαι. Καὶ ζητῶ συγγνώμη. Ὁμολογῶ τὸ “ἥμαρτον”. Μέλη τοῦ σώματός μου εἶναι. Συνυπεύθυνος εἶμαι. ‘Ἀλλὰ κρούω τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἄπειρη φιλανθρωπία σου. Βοήθησε! Βοήθησε!»
Νά, ἀγαπητέ μου, πῶς ἢ ἀγάπη μᾶς ἑνώνει ἐν Χριστῷ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ πῶς, μὲ τὶς προσευχὲς τῶν Ἁγίων καὶ ὅσων ἀγωνίζονται τὸν καλὸ ἀγώνα, βοήθα ὁ Κύριος καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἀσθενῆ μέλη, γιὰ τὰ ὁποία ἀνέχεται, μακροθυμεῖ καὶ ἀναμένει ὅλων τὴ μετάνοια γιὰ τὴ σωτηρία.
Εἶδες, αὐτὲς μόνο οἱ πέντε λέξεις τῆς εὐχούλας, ποῦ μποροῦν νὰ ἀνεβάσουν τὸν ἄνθρωπο; Εὐχήσου καὶ γιὰ μένα τὸν ράθυμο, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλους τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς μας, νὰ χτυπᾶμε ἀσταμάτητα τὴν πόρτα τοῦ ἐλέους τοῦ Κυρίου μας, σίγουροι ὅτι θὰ τηρήσει τὴν ὑπόσχεσή Του, ὅταν εἶπε: «κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν» (Λούκ. ια’ 9) καὶ «ὁ πιστεύων ἐπ’ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῆ» (Α’ Πέτρ. β’ 6). Ἀμήν.

 

Κάψα - Φώτης Κόντογλου

 

Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ εἶναι βλογημένα. Τότε ποὺ ἔκανε τὸν κόσμο, εἶδε πὼς εἶναι πολὺ καλὰ ὅσα ἔκανε. «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν». Καὶ τὸ κρύο κ’ ἡ ζέστη, κ’ ἡ καλοσύνη κ’ ἡ φουρτούνα, κι ὁ χειμῶνας καὶ τὸ καλοκαίρι, κ’ ἡ δροσιὰ κ’ ἡ πάχνη. Ἀληθινά, ὅλα εἶναι καλά. Γι’ αὐτὸ λέγει ὁ Δαβὶδ: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐπὶ τῆς γῆς, δράκοντες καὶ πᾶσαι ἄβυσσοι˙ πῦρ, χάλαζα, χιών, κρύσταλλος, πνεῦμα καταιγίδος, τὰ ποιοῦντα τὸν λόγον αὐτοῦ˙ τὰ ὄρη καὶ πάντες βουνοί, ξύλα καρποφόρα καὶ πᾶσαι κέδροι».
Τὸν καιρὸ ποὺ ζοῦσα φυσικὰ καὶ βλογημένα, θυμᾶμαι πὼς ὅλα μοῦ φαινόντανε καλά. Ὅλα τὰ δεχόμουνα μὲ χαρά, καὶ τὰ πιὸ σκληρὰ˙ φουρτοῦνες, παγωνιές, βροχές, κούραση, δίψα, πεῖνα καὶ κάθε κακοπάθηση. Καὶ μάλιστα εὕρισκα πολλὴ εὐχαρίστηση νὰ τὰ περνῶ μὲ ὑπομονή. Καὶ τώρα ποὺ τὰ θυμᾶμαι, μοῦ φαίνονται ἀκόμα πιὸ ἔμορφα.
Ἔτσι, καὶ τίς ὧρες ποὺ ἔκανε κάψα, κ’ ἡ γῆς καβουρντιζότανε καὶ μύριζε στουρναρόπετρα, ἔνιωθα πολλὰ πράγματα μέσα μου, μυστήρια ποιητικά, ποὺ μὲ κάνανε νὰ τὴν ἀγαπῶ. Τ’ ἀπομεσήμερο, τὴν ὥρα ποὺ βράζει ὁ κόσμος, βαστᾶ μιὰ βουβὴ ἡσυχία, σὰν νά ‘ναι νύχτα βαθιά.
Στὸ νησί μου ἡ ἐρημιὰ φαινότανε πιὸ μεγάλη αὐτὲς τίς ὧρες. Πολλὲς φορὲς τύχαινε νὰ πάρω τὴ βάρκα μου ἀπὸ νωρὶς καὶ νὰ πάγω νὰ ψαρέψω. Ἔπαιρνα μαζί μου ψωμὶ μαῦρο, ντομάτες, ἐλιὲς μέσα σὲ μιὰ ξυλόκουπα, ἕνα μαχαίρι, σπίρτα καὶ καπνό. Τραβοῦσα παραμέσα στὸ μπουγάζι, κατὰ τὸ μαΐστρο. Περνοῦσα δυὸ – τρεῖς μικροὺς κάβους καί, σὰν ἔφτανα σ’ ἕναν κόρφο, φουντάριζα ἀνοιχτὰ καὶ ψάρευα. Ἔπιανα καμιὰν ὀκὰ μικρόψαρα, τὰ πιὸ πολλὰ ἤτανε σαργοί, ποὺ εἶναι πολὺ νόστιμοι.
Βάρκα με πανί (Πάνορμος, Τήνου), π. 1925, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη
Κατὰ τὸ μεσημέρι πήγαινα γιαλό, ἄραζα τὴ βάρκα σὲ κάποιο μέρος ποὺ εἶχε ρηχὰ νερά, κοντὰ σ’ ἕνα μονόπετρο. Ἐκεῖ πέρα εἶχε καβούρια καὶ μύδια μέσα στὴ φυκιάδα. Ὡς νὰ πάγω ἀπὸ δῶ ἴσαμε ἐκεῖ, γέμιζε ἕνα καλάθι θαλασσινά, μύδια, κοροχύλες, καλογριές. Ἔπιανα καὶ λίγα μεγάλα καβούρια, ποὺ εἶχε μερμηγκιά, καὶ ποὺ δαγκάνανε τὰ δάχτυλά μου ἐκεῖ ποὺ ἔψαχνα γιὰ μύδια, καὶ τά ‘βαζα μέσα στὴ βάρκα. Ὕστερα πεταγόμουνα λίγο παραπάνω ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιά, ποὺ εἴχαμε ἕνα μποστάνι δίχως νὰ τὸ φυλάγει κανένας, κ’ ἔκοβα ἕνα δυὸ καρπούζια καὶ κανένα ξυλάγκουρο ποὺ μοσκοβολοῦσε, καὶ γύριζα στὴ βάρκα. Ἔπιανα τὰ κουπιά, καβατζάριζα τὸ μονόπετρο καὶ τραβοῦσα παραμέσα, μέσα σὲ μιὰν ἀγκάλη, ποὺ τελείωνε σὲ μιὰ μικρὴ ἔρημη ἁλυκή.
Ὁ κόσμος ἔβραζε ἀπὸ τὴ λάβρα. Ὁ ἥλιος ἤτανε σὰν φωτιὰ˙ τὰ μάτια μου θαμπώνανε, δὲν μποροῦσα νὰ κοιτάξω, κι ὧρες – ὧρες τὰ σφαλοῦσα. Ὁ ἱδρῶτας ἔσταζε ἀπάνω στὸ μπάγκο της βάρκας. Τὸ μοῦτρο μου ἄναβε, τὰ μηλίγγια μοῦ χτυπούσανε. Τὰ χέρια μου καὶ τὰ ποδάρια μου ἤτανε κεραμιδιά, ψημένα ἀπὸ τὴν ἄρμη κι ἀπὸ τὸν ἥλιο. Ἐρημιὰ στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα. Δὲ σάλευε τίποτα! Ἀκουγόντανε μοναχὰ οἱ σκαρμοὶ ποὺ τρίζανε, καὶ τὸ νερὸ ποὺ βουτούσανε τὰ κουπιά. Οἱ τρυπωτήρες καιγόντανε σὰν ἴσκα καὶ τοὺς ἔριχνα νερό. Ἡ κουπαστὴ λὲς κ’ ἤτανε πυρωμένο σίδερο, τὸ χέρι δὲν δεχότανε ν’ ἀκουμπήσει ἀπάνω της. Οἱ κάβοι καθόντανε σὰ στοιχειωμένοι.
Κατὰ τὴ νοτιᾶ φαινόντανε τὰ δυὸ βουνά, ποὺ τό ‘νὰ τὸ λένε τοῦ Λαγοῦ τ’ Αὐτιὰ καὶ τ’ ἄλλο Τοῦ Δαιμόνου ἡ Τράπεζα, ἔρημα καὶ βουβὰ σὰ νὰ ἤτανε στὸν ἄλλον κόσμο. Ἀνοιχτὰ ἀπὸ τὴν ἀγκάλη ποὺ βρισκόμουνα, ἔβλεπα τὴ Νησοπούλα, ἕνα μικρὸ νησάκι μ’ ἕνα ρημοκκλήσι, καὶ μοῦ φαινότανε πὼς ἡ θάλασσα ἔβραζε γύρω της σὰν τὸ νερὸ ποὺ χοχλακὰ μέσα στὸ λεβέτι. Πέρα, κατὰ τὴν ἀντικρινὴ ἀκρογιαλιά, ἡ θάλασσα τόσο πολὺ ἄστραφτε, λὲς κ’ ἤτανε λιωμένο ἀσήμι, ποὺ ξέσκιζε τὸ μάτι σου νὰ τὴν κοιτάξεις. Ἡ πλάση ἤτανε βουβὴ κ’ ἔρημη. Μονάχα πολὺ μακριά, πίσω ἀπὸ ἕναν κάβο, ἂν ἔψαχνε καλὰ τὸ μάτι σου, ξεχώριζε μιὰ ψαρόβαρκα μὲ μιὰ τέντα, φουνταρισμένη σὰν νά ‘τανε στοιχειωμένη, γιατί ὁ ψαρᾶς θὰ κοιμότανε. Στὸ πέλαγο δὲ φαινότανε ψυχὴ ζωντανή. Τὸ ἴδιο καὶ στὴ στεριὰ˙ δὲν ἔβλεπες τίποτα νὰ σαλέψει. Ἕνας πελεκάνος ποὺ καθότανε ἀπάνω σὲ μιὰ πέτρα, εἶχε γίνει κι ὁ ἴδιος πέτρα. Τὸ μονάχο πρᾶγμα ποὺ σάλευε, ἤτανε ἡ βάρκα κ’ ἐγὼ ποὺ τραβοῦσα κουπὶ σὰν ἀφιονισμένος.
Εἶπα πὼς δὲν ἀκουγότανε τίποτα, μὰ δὲν εἶπα σωστά. Μὲσ’ ἀπὸ τὰ δέντρα ποὺ καιγόντανε, ἔβγαινε ἕνα βουητὸ ἀπὸ τὰ τζιτζίκια, τζὶ-τζὶ-τζί, ποὺ ἐρχότανε κύματα – κύματα ἀπάνω στὸ πέλαγο, μιὰ δυνάμωνε, μιὰ λασκάριζε. Ἀλλά, ἕνα πρᾶγμα παράξενο! Αὐτὴ ἡ βουὴ ὄχι μοναχὰ δὲν λιγόστευε τὴ βουβὴ ἐρημιά, παρὰ σὰν νὰ τὴν ἔκανε ἀκόμα πιὸ μεγάλη. Ὅπως περνοῦσε ἡ ἀκρογιαλιὰ δίπλα μου, κοίταζα νὰ δῶ μήπως σαλεύει τίποτα˙ μὰ ὅλα ἤτανε πεθαμένα κι ἀγριευόμουνα. Πέτρες, ἀγκάθια, ἀμμουδιές, σφερδούκλια, σκίνα, ὅλα ἤτανε στοιχειωμένα. Ὧρες – ὧρες ἔνιωθα σὰν φόβο, ὅπως ὁ ἄνθρωπος ποὺ βρίσκεται σ’ ἕνα ἔρημο μέρος περασμένα τὰ μεσάνυχτα.
Μ’ ὄλα ταύτα, ὁ ἥλιος μὲ στράβωνε, τὸ φῶς του περίλουζε ὅλη τὴν πλάση μὲ μιὰ πορτοκαλιὰ φωτιά. Μὰ τὰ μυστήρια δὲν εἶναι κρυμμένα μοναχὰ μέσα στὸ σκοτάδι, ἀφοῦ ἐκείνη τὴ μεσημεριανὴ τὴν ὥρα ἕνα βαθὺ μυστήριο περισκέπαζε τὴν οἰκουμένη. Μ’ ὅλο ποὺ δὲ σάλευε τίποτα, σὲ κάθε πέτρα, σὲ κάθε τούφα ἀγριάγκαθο, σὲ κάθε βράχο, σὲ κάθε σφέρδουκλα, στὴ στεριὰ καὶ στὴ θάλασσα, καὶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας, ἔνιωθα πὼς παραφυλάγανε βουβὰ τελώνια, σὰν καὶ κεῖνα ποὺ εὕρισκε ἀπάνω στὰ φλογισμένα ρημονήσια τῆς Ἰντίας ὁ Σεβὰχ Θαλασσινὸς κι ὁ Ἀμπουλβάρης.
Σὰν ἔφτανε βαθιὰ μέσα στὴν ἀγκάλη ποὺ εἶπα, κοντὰ στὴν ἔρημη τὴν ἁλυκή, ἄραζα τὴ βάρκα. Γιὰ μεγαλύτερη ἀσφάλεια ἔριχνα καὶ τὸ σίδερο, μὴν τυχὸν πάρει ἀγέρας τὴν ὥρα ποὺ θὰ κοιμᾶμαι καὶ ξουριάσει τὴ βάρκα.
Ἔβγαινα στὴ στεριὰ καὶ κοίταζα γύρω μου. Ἄλλο ζωντανὸ πλάσμα ἐξὸν ἀπὸ μένα κι ἀπὸ τὰ καβούρια ποὺ χαρχαλεύανε μέσα στὸν ντενεκέ, δὲν ἤτανε. Μοῦ φαινότανε πὼς ἤμουνα ὁ Ροβινσόνας ὁ ἴδιος, ποὺ εἶχε νὰ δεῖ ἄνθρωπο δέκα χρόνια στὸ ρημονήσι του. Πήγαινα σ’ αὐτὸ τὸ μέρος, γιατί εἶχε κάτι δέντρα κοντὰ στὴν ἀκρογιαλιά, καὶ λίγο παραπάνω ἤτανε ἕνα πηγάδι μὲ κρύο νερό, ποὺ ποτίζανε τὰ πρόβατα οἱ τσομπάνηδες. Πρῶτα – πρῶτα μάζευα κλαδιὰ κι ἀγκάθια κι ἄναβα φωτιὰ κ’ ἔψηνα ὅσα ψάρια θά ‘τρωγα. Ὕστερα πήγαινα στὸ πηγάδι καὶ γέμιζα ἕνα κανάτι ποὺ εἶχα, γέμιζα καὶ τὸν κουβᾶ καὶ τά ‘βαζα στὸν ἴσκιο, μέσα στὸν σκίνο. Γιὰ μεζὲ ἄνοιγα κανένα μύδι ὠμό, γιὰ κανένα κυδώνι. Γιὰ τραπέζι ἔβγαζα ὄξω τὸ καφάσι τῆς βάρκας.
Ἐκεῖ ποὺ ἔτρωγα κοίταζα γύρω μου. Στὸ μέρος ποὺ καθόμουνα ἤτανε ἴσκιος, γιατί εἶχε πυκνὰ δέντρα, ποὺ ἀρχίζανε ἀπὸ τὴν ἀκρογιαλιὰ καὶ σκεπάζανε τὰ βουνὰ ποὺ ἤτανε ἀπὸ πάνω μου, σωστὴ ζούγκλα. Κάπου – κάπου ἄκουγα κ’ ἕνα κρὰκ δυνατό, ἀπὸ κανένα κλωνὶ ποὺ ἔσκαζε ἀπὸ τὴν κάψα.
Σὲ καμιὰ πενηνταριὰ πατήματα ἀπὸ μένα ἔπιανε ἡ ἁλυκή, ἴσια καὶ κάτασπρη. Τὰ μάτια μου δὲν μπορούσανε νὰ βαστάξουνε σὲ κεῖνο τ’ ἄσπρο τ’ ἁλάτι, ποὺ ἔβγαζε κάτι φλόγες στριφτές, ὁποὺ κάνανε νὰ τρέμουνε οἱ πέτρες καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ σφερδούκλια, ποὺ βρισκόντανε παραμέσα, σὰν νὰ τά ‘βλεπα πίσω ἀπὸ ἕνα θολὸ τζάμι, ὁποὺ σάλευε ὁλοένα καὶ μὲ ζάλιζε. Σὲ μιὰν ἄκρη τῆς ἁλυκῆς, ἀνάμεσα στὰ βοῦρλα, στεκότανε ἕνα χάλασμα, τοῖχοι γκρεμνισμένοι, κίτρινοι καὶ κατάξεροι.
Ἀφοῦ τελείωνα τὸ φαγί μου, ξάπλωνα κατ’ ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ κοιμόμουνα. Σὰν ξυπνοῦσα κι ἄνοιγα τὰ μάτια μου, ὁ κόσμος εἶχε ἀλλάξει ὁλότελα. Ἐκείνη ἡ φωτιὰ εἶχε σβήσει, μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἥλιος βρισκότανε ἀκόμα ψηλὰ μέσα στὸν οὐρανό. Μοναχὰ εἶχε γείρει κατὰ τὴν ὄξω θάλασσα, ἀπάνω ἀπὸ τ’ ἀντικρινὸ βουνό. Ὁ μπάτης εἶχε καλάρει φρέσκος κ’ ἡ βάρκα χόρευε καὶ κούναγε τὴν ἀντένα της. Ἡ θάλασσα ἄφριζε δροσερὴ˙ τὰ μικρὰ κύματα σιγοβουΐζανε χαρούμενα καὶ σβήνανε ἀπάνω στὰ βραχάκια καὶ στὰ ρηχά της ἁλυκῆς. Ἡ πλάση σὰ νὰ πανηγύριζε, ξυπνημένη ὕστερ’ ἀπὸ τὸν βαρὺν ὕπνο της.
Ἔμπαινα στὴ βάρκα, σαλπάριζα τὸ σίδερο, ἄνοιγα τὸ πανὶ καὶ καθόμουνα στὸ τιμόνι. Τὰ νερὰ κάνανε κλὰκ – κλὰκ στὴ μάσκα τῆς βάρκας, τὸ πανὶ φούσκωνε σὰν τ’ ἀθῶο μάγουλο τοῦ παιδιοῦ. Ἡ στεριὰ ἔφευγε κατὰ πίσω, κ’ ἐγὼ κοίταζα τό ‘νὰ καὶ τ’ ἄλλο, σὰ νά ‘μουνα βασιλιᾶς. Ποιός ἄνθρωπος μποροῦσε νά ‘ναι πιὸ εὐτυχισμένος ἀπὸ μένα;
Ὄξω, στὴν ἀνοιχτὴ θάλασσα, ἕνα σωρὸ καράβια, λογῆς – λογῆς, βολτατζάρανε. Τὰ πανιὰ ἀσπρίζανε σὰν γλάροι μέσα στὴ μαβιὰ τὴ θάλασσα. Τὸ πέλαγο βούιζε γλυκὰ πέρα ὡς πέρα. Στὴν ἀπὸ μέσα θάλασσα, πίσω ἀπὸ τοὺς κάβους καὶ μέσα στὶς ἀγκάλες, ξετρυπώνανε ψαρόβαρκες, ἴδιες μὲ τίς πιρόγες ποὺ ἔχουνε οἱ ἄγριοι τοῦ ὠκεανοῦ. Οἱ ἄνθρωποι σαλεύανε μέσα, καὶ δίνανε ζωή. Καὶ στὴ στεριὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ φαινόντανε ἀνθρῶποι: ἄλλοι περπατούσανε στὴν ἀκρογιαλιά, ἄλλοι λιχνίζανε στ’ ἁλώνια, ἄλλοι σαλαγούσανε τὰ πρόβατα καὶ κουδουνίζανε τὰ κουδούνια. Ὥρα σπερνοῦ, ἀκουγόντανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὸ Μοσκονήσι καὶ πέρα, ἀπὸ τ’ Ἀϊβαλί, ποὺ εἶχε δώδεκα ἐκκλησιές.
Τὴν ὥρα ποὺ βασίλευε ὁ ἥλιος, χρύσωνε τὴν πλάση σὰν νά ‘τανε εἰκόνισμα μαλαμοκαπνισμένο. Τὰ πανιὰ τῶν καραβιῶν κοκκινίζανε, κ’ ἡ θάλασσα σκούραινε σὰν μαβιὰ γαλαζόπετρα. Σιγᾶ – σιγά τό φῶς λιγόστευε, κι ὅλα ἀρχίζανε καὶ σκεπαζόντανε μ’ ἕνα γλυκὸ μυστήριο.
Ὅπως καθόμουνα στὸ τιμόνι, νανουριζόμουνα σὰν τὸ μωρὸ στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάννας του. Ἄξαφνα ἔβγαινε τὸ φεγγάρι πίσω ἀπὸ τὸ Χοντρόβουνο, σὰν μεγάλο ὑδραργυρένιο πρόσωπο, κ’ ἔριχνε τὸ κρύο φῶς του στὴ θάλασσα. Θαρροῦσες πὼς βρίσκεσαι σ’ ἕναν ἄλλον κόσμο, ἀπὸ κεῖνον ποὺ τὸν ἔκαιγε ὁ ἥλιος ὅλη τὴ μέρα. Ἡ ἁρμύρα τῆς θάλασσας μύριζε πιὸ πολύ. Στὸ πρόσωπο καταλάβαινα τὴν ἄναψη ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ μεσημεριοῦ.
Οἱ γρύλοι τραγουδούσανε ἀπὸ τὰ σκίνα της ἀκρογιαλιᾶς κρὶ – κρὶ – κρί… Τὸ τραγούδι τους ἀνακατευότανε μαζὶ μὲ τὸ μαλακὸ καὶ δροσερὸ βούισμα ποὺ βγάζανε τὰ κύματα καὶ μὲ τὸ κλὰκ – κλὰκ ποὺ κάνανε στὴν πλώρη τῆς βάρκας. Τὸ φεγγάρι ψήλωνε σιγᾶ – σιγᾶ καὶ σάλευε ἀνάμεσα στὰ ξάρτια, μὲ τὸ σκαμπανέβασμα ποὺ ἔκανε ἡ βάρκα. Ἀπὸ μακριὰ ἀκουγόντανε τραγούδια ἀπὸ τὴ θάλασσα, δίχως νὰ βλέπω τὴ βάρκα ποὺ καθόντανε οἱ τραγουδιστάδες, κι ἄλλα τραγούδια ἐρχόντανε στ’ αὐτί μου ἀπὸ τὴ στεριά. Σὲ λίγο περνούσανε ἀπὸ κοντά μου βάρκες καὶ περάματα κι ἀκουγότανε γιὰ μιὰ στιγμὴ φωνὲς καὶ γέλια, ὡς ποὺ ξεμακραίνανε.
Σὰν κόντευα στὴν ἀραξιά μου, κατέβαζα τὸ πανί, φουντάριζα τὸ σίδερο, ἔδενα τὴ βάρκα καὶ πήγαινα καὶ κοιμόμουνα. Ἔτσι θὰ κοιμοῦνται καὶ στὸν Παράδεισο.
Ὑποσημείωση:
Τρυπωτήρα εἶναι τὸ σκοινὶ ποὺ εἶναι δεμένο τὸ κουπὶ στὸν σκαρμό.